Θωμάς's profileΘωμάς Μπλιάτκας - Thomas...PhotosBlogListsMore Tools Help

Blog


    January 28

    Οι Μπούλες της Νάουσας του Χρήστου Ζάλιου

    Οι Μπούλες της Νάουσας  του Χρήστου Ζάλιου

    Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Λαός» Ημαθίας σε δύο συνέχειες, την Κυριακή 11-02-2007 και το επόμενο Σαββατοκύριακο 17&18-02-2007.
    http://www.libver.gr/localhistory/text/zalios/ZaliosMpoulesNaousas.pdf


    Η ονομασία του εθίμου Μπούλες της Νάουσας
    δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πολιτιστικά Δρώμενα», αρ.εκδ. 43, Μάρτ.-Απριλ.-Μάιος 2007, σελ. 27-31.

     

    Οι Μπούλες είναι παλαιότατο αποκριάτικο έθιμο της Νάουσας. Δύσκολα μπορούμε σήμερα να βρούμε τις ρίζες του, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα από τα έθιμά μας. Όμως όλα τα στοιχεία του μας οδηγούν σε παλαιούς χρόνους.
    Στο αποκριάτικο αυτό έθιμό μας, έχει δοθεί πολύ πετυχημένα ο ορισμός χορευτικό δρώμενο, γιατί η δράση των ανθρώπων που συμμετέχουν στην τέλεσή του είναι δράση χορευτική και χωρίς αυτήν η τέλεση του εθίμου είναι αδύνατη.
    Τα κυριότερα στοιχεία του εθίμου που μας μεταφέρονται από μία πολύ αυστηρή
    προφορική παράδοση είναι:
    • Η συγκρότηση του μπουλουκιού, που προϋποθέτει την αυστηρή αποδοχή και τήρηση ορισμένων κανόνων τέλεσης του εθίμου για συμμετοχή σ' αυτό.
    • Το φύλο των τελεστών είναι μόνο νέοι άνδρες.
    • Τη γυναικεία μορφή (νύφη-μπούλα) την υποδύεται πάντα άνδρας.
    • Η ένδυση, η μεταμφίεση και η συμπεριφορά των τελεστών διέπονται από πατροπαράδοτους κανόνες.
    • Τα μουσικά όργανα, οι χοροί, το δρομολόγιο, είναι προκαθορισμένα από το τελετουργικό, που ακολουθείται αναλλοίωτο στο πέρασμα των χρόνων.
    Το έθιμο έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα και πιθανότατα έχει σχέση με τελετές φυλετικής μύησης όπως η τελετή ενηλικίωσης κατά την οποία ο νέος, ντυμένος με γυναικεία ρούχα και οδηγούμενος από ανύπανδρους άντρες της φυλής, θα μυηθεί με τη σειρά του στα μυστικά της, θα αποβάλλει τη γυναικεία ενδυμασία και θα μεταμορφωθεί σε άνδρας.
    Σήμερα μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στη μακραίωνη ιστορία του το έθιμο μεταπλάθει και παράλληλα ενσωματώνει στα επί μέρους στοιχεία του, την τοπική παράδοση, τους μύθους, τους θρύλους, τα τραγούδια και τους ηρωικούς αγώνες της Νάουσας.
    Οι τελεστές ήταν και είναι πάντα νέοι άνδρες. Ο αριθμός τους τα παλαιότερα χρόνια φαίνεται να ήταν από έξι μέχρι δώδεκα, ενώ σήμερα μπορεί να συμμετέχουν και περισσότεροι.
    Στο μπουλούκι, από πολύ παλιά έπαιρναν μέρος και μικρά αγόρια.
    Όσον αφορά την προέλευση της ονομασίας του εθίμου, η κυρίαρχη ονομασία που χαρακτηρίζει το μπουλούκι είναι Μπούλες, ενώ αυτή που χαρακτηρίζει το άτομο που συμμετέχει στο μπουλούκι κατ’ άλλους είναι Μπούλα και κατ’ άλλους Γενίτσαρος.


    Ας δούμε όμως τις γραπτές αναφορές που υπάρχουν αναφορικά με την ονομασία του εθίμου.
    Ο ιστορικός της Νάουσας Ε. Στουγιαννάκης στο βιβλίο του Ιστορία της πόλεως Ναούσης, σελ. 54, Εν Εδέσση 1924, αναφέρει μόνο την ύπαρξη γενιτσαρικών και κλέφτικων ομίλων χωρίς καμία περαιτέρω διευκρίνιση. Παραθέτω ακριβώς το απόσπασμα που αναφέρεται στους Ναουσαίους: «Δια δε τον ελληνισμόν των επιχειρήματα θα ήσαν: πρώτιστον πάντων ή κρατούσα ελληνική γλώσσα, το ελληνικόν εθνικόν συναίσθημα, τα ήθη, τα έθιμα και αι έλληνικαί παραδόσεις, αι κατά τας απόκρεως συνήθειαι των γενιτσαρικών και κλέφτικων ομίλων, τα ελληνικά τοπωνύμια».
    Για την προέλευση της ονομασίας Μπούλα ο Θεόδωρος Ζιώτας στο βιβλίο του «Μπούλες της Νάουσας» μας παραθέτει τις εξής ερμηνείες :
    1. Η λατινική λέξη «Bulla» (Μπούλα) εκτός των άλλων σημαίνει και α) ομφαλωτό κόσμημα ζωνών και θυρών, β) περιδέραιο, το οποίο φορούσαν οι Ρωμαίοι στα αγοράκια τους σαν στολίδι. Επειδή η φορεσιά της ναουσαίϊκης Μπούλας είναι γεμάτη από ποικιλόμορφα κοσμήματα, βάσιμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι «Μπούλα» σημαίνει αυτός που φέρει στη στολή του διάφορα κοσμήματα (ασημικά, χρυσαφικά κλπ.).
    2. Στην Ήπειρο, ειδικότερα στη Θεσπρωτία, απαντά εν χρήσει το ρήμα «Μπουλώνω» το οποίο σημαίνει «καλύπτω», «σκεπάζω». Μπούλωμα, λοιπόν, είναι το «σκέπασμα», το «κάλυμμα» και βεβαίως, το «προσωπείο» ή οτιδήποτε άλλο καλύπτει μέρος ή ολόκληρο το πρόσωπο.
    Κατά τα προαναφερθέντα η λέξη «Μπούλα» σχετίζεται άμεσα εννοιολογικά με τα ποικιλόμορφα κοσμήματα και με το «προσωπείο» ή οτιδήποτε άλλο καλύπτει το πρόσωπο, στοιχεία που χαρακτηρίζουν έντονα τις Μπούλες της Νάουσας.
    Όταν λοιπόν οι Ναουσαίοι λένε «έρχονται οι Μπούλες» ακριβολογούν γιατί εννοούν ότι έρχονται αυτοί που φορούν προσωπεία και που φέρουν πάνω τους ποικιλόμορφα κοσμήματα.
    Η λέξη γενίτσαρος είναι μεταγενέστερη και σίγουρα δεν είναι αυτή που χαρακτηρίζει το έθιμο. Πάντα στη Νάουσα ακουγόταν και θα ακούγεται όταν περνά το μπουλούκι των τελεστών του εθίμου, «έρχονται οι Μπούλες», «περνάνε οι Μπούλες», «θα πάμε να δούμε τις Μπούλες» και ποτέ δεν ακούστηκε η φράση, περνάνε οι γενίτσαροι, πάμε να δούμε τους γενίτσαρους.
    Ο Στέργιος Αποστόλου, ιστορικός της Νάουσας, στο βιβλίο του (Σύμμεικτα τ. Α΄) συνηγορεί στο ότι η ονομασία του εθίμου πρέπει να επανεκτιμηθεί και μάλλον να περιοριστεί στο Μπούλες διότι το γενίτσαρος φαίνεται να μην έχει καμία σχέση με το έθιμο.


    Ο ερευνητής και συγγραφέας της Νάουσας Μανώλης Βαλσαμίδης σε όλα τα βιβλία και τα συγγράμματά του είναι υπέρμαχος του όρου Μπούλες και απορρίπτει εντελώς τον όρο γενίτσαρος θεωρώντας τον άσχετο με το έθιμο.
    Ο συγγραφέας Θωμάς Γαβριηλίδης στο άρθρο του «Γυανίτσαρος και Μπούλα» στο περιοδικό Νιάουστα (τ.71, 1995) κάνει μια ενδιαφέρουσα αναφορά για την προέλευση του εθίμου από τα αρχαία ελληνικά μακεδονικά έθιμα. Πιθανολογεί ότι το έθιμο είναι αναπαράσταση του γάμου του Διόνυσου με τη Βασίλινα, τη γυναίκα του εκάστοτε βασιλιά. Αφού αναφέρεται στο έθιμο με την ονομασία Μπούλες στη συνέχεια διαχωρίζει τα ονόματα του αρχηγού του μπουλουκιού και της νύφης-Μπούλας σε Γιανύτσαρος και Μπούλα.
    Σε μια προσπάθεια να μας απαλλάξει από την αρνητική έννοια του «γενίτσαρος», βασιζόμενος σε μια υπόθεσή του το μετατρέπει σε Γιανύτσαρος παραπέμποντας στο Διόνυσο (Διόνυσος, Γιάνουσος, Γιάνυτσος, Γιανύτσαρος και τα μέλη του μπουλουκιού Γιανυτσάρια, Γιανυτσαραίοι ως ακόλουθοι του Γιανύτσαρου, Γιάνυτσου-Διόνυσου). Του διαφεύγει όμως ότι ο όρος γενίτσαρος και γενίτσαροι χρησιμοποιήθηκε και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας όπως τα Λεχαινά, η Τζιά, η Πάτρα κ.α.
    Την εκδοχή αυτή ασπάζεται και ο Τάκης Μπάιτσης και τιτλοφορεί το βιβλίο του «Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νιάουστας».
    Στο Ιστορικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής που εκδόθηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 1980, υπάρχουν πολλά παραδείγματα που συνηγορούν στο ότι οι λέξεις γενίτσαρος και γιανίτσαρος είναι συνώνυμες και η διαφορά τους είναι θέμα τοπικής ντοπιολαλιάς.
    Ας προσπαθήσουμε όμως να διερευνήσουμε γιατί προστέθηκε στο έθιμο και η λέξη γενίτσαρος.
    Ο δάσκαλος Δημητριάδης Δημ. Σε άρθρο του στη φωνή Ναούσης στις 27-2-1955 γράφει ότι η ονομασία γενίτσαρος μπήκε για να ξεγελά τους Τούρκους. Απλοϊκή ερμηνεία αλλά ίσως όχι και τόσο απίθανη, τουλάχιστον εν μέρη.
    Η λέξη γενίτσαρος σίγουρα στο πέρασμα των αιώνων απόκτησε κατά περιόδους διαφορετικές έννοιες. Υπήρχαν περίοδοι που η λέξη γενίτσαρος ήταν συνώνυμο του άγριος, βάρβαρος, σκληρός, απάνθρωπος κλπ. (ΥΠΕΡΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Εκδόσεις Παγουλάτου, Αθήνα).
    Στο Ιστορικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής, που εκδόθηκε από την Ακαδημία Αθηνών, η ερμηνεία που δίνεται στις λέξεις γενιτσαρισμός και γενιτσαριά, είναι: Αυθαιρεσία, πράξις σκληρά ή συμπεριφορά αυθάδης και παράνομος, αρμόζουσα εις γενιτσάρους.
    Ο Ιωάννης Ψύλλας μας δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα εκδοχή όσον αφορά το γιατί αποκαλούσαν τους Έλληνες της μεσαίας τάξης στη Τζια του ΙΗ΄ αιώνα, γενίτσαρους. Στο βιβλίο του Ιστορία της νήσου Κέας, Εν Αθήναις 1921, περιγράφοντας την ενδυμασία των κατοίκων της Τζιάς κατά τον ΙΗ΄ αιώνα ανάλογα με την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκαν, μας λέει για τη μεσαία τάξη: «Οι άνθρωποι της μεσαίας τάξης ονομάζονταν μαυροβρακάτοι και γενίτσαροι επειδή φορούσαν μαύρα βρακιά και επειδή διέπρατταν αυθαιρεσίες». Ας σταθούμε σ’ αυτό το τελευταίο, τις αυθαιρεσίες. Ο γενίτσαρος πράγματι ήταν ένας άνθρωπος που ζούσε μέσα στην αυθαιρεσία. Οι ξένοι περιηγητές που επισκέπτονταν την Ελλάδα το 17ο και 18ο αιώνα, για να είναι πάντα ασφαλείς στην τουρκική επικράτεια έπαιρναν ως σωματοφύλακα από τις τουρκικές αρχές ένα γενίτσαρο. Αυτός τους προστάτευε από τους ληστές και ήταν υπεύθυνος να τους βρει κατάλυμα και τροφή. Έμπαινε σε όποιο σπίτι Έλληνα ήθελε και απαιτούσε φιλοξενία με το ζόρι και δωρεάν. Μπορούσε χωρίς να πληρώσει να πάρει το άλογο ενός χωρικού άσχετα αν ο νόμος το απαγόρευε και να μη δώσει λόγο σε κανένα. Αυτές και πολλές άλλες αυθαιρεσίες ήταν κοινό γνώρισμα των γενιτσάρων.
    Ας δούμε τώρα εάν το έθιμό μας οι Μπούλες έχει σχέση με αυθαιρεσίες. Την περίοδο της τουρκοκρατίας όταν άρχιζε να βραδιάζει απαγορευόταν στους Έλληνες να κυκλοφορούν χωρίς φανάρι. Αν τους συναντούσε Τούρκος στο δρόμο το λιγότερο που θα πάθαιναν ήταν ένας άγριος ξυλοδαρμός. Αυτό βέβαια στην προεπαναστατική Νάουσα δεν ίσχυε τόσο λόγω των προνομίων που είχε αποκτήσει. Στα μάτια όμως των Τούρκων της Βέροιας και της γύρω περιοχής δεν έπαυε να είναι ένα αγκάθι. Μετά το 1822 σίγουρα είχαν αλλάξει τα πράγματα και μέσα στη Νάουσα, καθώς εγκαταστάθηκαν και Τούρκοι.
    Αυθαιρεσία πρώτη. Οι Μπούλες φορώντας την κλεφταρματολική ενδυμασία περιφέρονταν όλη τη νύχτα χορεύοντας μέχρι το ξημέρωμα χωρίς φανάρια.
    Αυθαιρεσία δεύτερη. H προσωπίδα, που εμπόδιζε τους Τούρκους να ελέγχουν ποιοί είναι οι μασκαρεμένοι.
    Αυθαιρεσία Τρίτη, η ενδυμασία του εθίμου. Η ενδυμασία των τελεστών του εθίμου δηλαδή η κοντή φουστανέλα, το γιλέκι το μεϊτάνι, το σελιάχι, οι τοκάδες τα κιουστέκια, τα χαϊμαλιά, παραπέμπουν στη φορεσιά των κλεφταρματολών της Ρούμελης. Στην περιγραφή που κάνει ο λόγιος Κωνσταντίνος Ζήσιος της φορεσιάς των κλεφταρματωλών της Ρούμελης στο βιβλίο του «Νικοτσάρας, Εν Αθήναις 1889» οι ομοιότητες είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς.
    Ο ιστορικός της Νάουσας Στουγιαννάκης αναφέρεται σε γενιτσαρικούς και κλέφτικους ομίλους. Είναι όμως πολύ πιθανόν, λέγοντας κλέφτικους ομίλους να αναφέρεται στις Μπούλες λόγω της ενδυμασίας που παραπέμπει στην κλεφταρματολική και με το γενιτσαρικούς ομίλους να εννοεί τα «τουρκάκια» ή και κάποιο μπουλούκι ντυμένο με γενιτσαρικές στολές πράγμα που συνηθίζονταν τις αποκριές. Η πιο γοητευτική για τους Έλληνες αποκριάτικη εκδήλωση ήταν να μασκαρεύονται σε βοεβόδες, γενίτσαρους, μπέηδες, καδήδες και άλλους Τούρκους αξιωματούχους και να παρελαύνουν στους δρόμους με τους ακολούθους τους ντυμένους επίσης τούρκικα. Ειδικά στη Νάουσα μέχρι και τη δεκαετία του 1930 τις αποκριές ντύνονταν «Τουρκάκια». Tουρκάκια. Aπόκριες στη Nάουσα 1920 - 1922.
    Άλλωστε κλέφτικους ομίλους με την αρματολική ενδυμασία που φορούν οι Μπούλες της Νάουσας (εάν αφαιρέσουμε την προσωπίδα και το ταράμπουλο), αναφέρει στη διπλανή μας Βέροια και ο ιστορικός της Αναστάσιος Χριστοδούλου.


    Σε απόσπασμά του για το καρναβάλι της Βέροιας διαβάζουμε: «H Βέροια έφημίζετο πάντοτε για τα εξαιρετικά καρναβάλια που παρουσίαζε κάθε χρόνο τις αποκριές, ιδίως κατά τους χρόνους της δουλείας, κατά τους οποίους οι Βεργιώτες ξεφάντωναν στις Εθνικές εκδηλώσεις μέχρι παρεξηγήσεως. Παρέες διάφορες ντυμένοι με την δοξασμένη του αρματολού φουστανέλα και τα επακόλουθα εξαρτήματα, πισλιά, τσαρούχια,σιάπκα, κάλτσες, βουδέτες και άφθονα ασημικά, περιέτρεχον την πόλη χορεύοντας και τραγουδώντας Εθνικά άσματα. Τους αρματολούς και κλέφτες, τους οποίους εμείς αποκαλούσαμε «Καπεταναραίους», συνόδευαν όργανα εγχώρια. Οι οργανοπαίκτες καίτοι Τουρκόγιουφτοι,γνώριζαν εν τούτοις και τα Εθνικά μας τραγούδια, τα οποία ακούγονταν ευχάριστα όταν τα έπαιζαν». (Χριστοδούλου Εμμ. Αναστάσιος, Η Ιστορία της Βέροιας, σελ. 105, Μάρτιος 1960).
    Για να αντιληφθούμε καλύτερα τη σημασία που είχε εκείνα τα χρόνια η ενδυμασία παραθέτω τα εξής : Φιρμάνι του 1806 καθόρισε με αυστηρότητα την ενδυμασία των ραγιάδων. Τους χώριζε σε τρεις τάξεις, κάθε τάξη είχε και τη δικιά της φορεσιά. Όσοι ανήκαν στην τρίτη τάξη δεν είχαν δικαίωμα να φορούν παπούτσια και κάλτσες, εκτός αν μετατάσσονταν στη δεύτερη πληρώνοντας ετήσιο φόρο 75 ή 100 γρόσια. Εκατό χρόνια πριν, το 1703, απαγορευόταν με φιρμάνι στους Έλληνες, Αρμένιους και Εβραίους σε όλη την επικράτεια να φορούν χρωματιστά ρούχα και κίτρινα παπούτσια καθώς και γούνες από κουνάβι, σαμούρι, ερμίνα, αστραχάν κλπ. Και τέταρτη και πιο σοβαρή από όλες τις αυθαιρεσίες που παρουσίαζε το έθιμο ήταν η Πάλα, το γιαταγάνι. Οι Μπούλες γυρνούσαν στους δρόμους χορεύοντας οπλισμένοι. Ο δάσκαλος και λόγιος της Νάουσας Σταύρος Χωνός γράφει σχετικά με το έθιμο, στην εφημερίδα «Νάουσα» στις 4-3-1928: «Και τέλος η πάλα, η οποία έπαιζε και τον σπουδαιότερον ρόλον. Διότι οι Τούρκοι την πολυτελή αυτήν αμφίεσιν, έχουσαν πολλήν την ομοιότητα με την Αλβανικήν τουρκικήν ενδυμασίαν την ηνείχοντο, την πάλαν όμως όχι. Ο φανατικός και περήφανος Τούρκος βαρέως έφερε βλέπων τον ραγιάν να επισείη ενώπιόν του την πάλα και να την ρίπτη 8 και 10 μέτρα υψηλά και πηδώντας να την πιάνη. Όταν το 1897 κηρυχθέντος του πολέμου μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας το κανόνι βροντούσεν εις τα σύνορα, ο Καϊμακάμης Βερροίας με επιτελείον αξιωματικών ήλθεν εδώ δια να απαγορεύσουν την πάλαν. Αλλά δεν το κατόρθωσαν, η πάλα ήστραψεν και πάλι. Όπου βαθέως εριζωμένο ήτο το παλαιόν ετούτο έθιμον, το οποίον οι κατά καιρούς άρχοντες της πόλεως εκθύμως υπεστήριξαν».Προσωπική μου εκτίμηση είναι, ότι οι νέοι που ντύνονταν Μπούλες στο αποκριάτικο έθιμό μας, από κάποια περίοδο και μετά άρχισαν να αποκαλούνται και γενίτσαροι λόγω των πολλών αυθαιρεσιών που διέπρατταν τελώντας το τελετουργικό του εθίμου. Όλοι οι Ναουσαίοι γνωρίζουμε βέβαια ότι εκτός από αυτά που προαναφέρθηκαν, υπήρχαν και πολλά άλλα όπως οι επαναστάτες που πολλές φορές κρύβονταν κάτω από την προσωπίδα, τα χρήματα που μάζευαν για τον αγώνα, τα κλέφτικα και πατριωτικά τραγούδια που ενσωματώθηκαν στο έθιμο κλπ.
    Σήμερα μετά από πολλά χρόνια, μπορούμε ίσως να δούμε καθαρότερα και να διατηρήσουμε την ονομασία Μπούλες η οποία χαρακτηρίζει στην κυριολεξία το έθιμό μας και να αποβάλουμε το γενίτσαρος, που μόνο μεταφορική έννοια μπορεί να είχε για όσους χρησιμοποιούσαν αυτόν τον όρο, καθώς τίποτα στο τελετουργικό του εθίμου μας δεν παραπέμπει στους γενίτσαρους της περιόδου της τουρκοκρατίας.


    Βιβλιογραφία για το έθιμο Μπούλες
    1. Αγοραστός Δημήτρης, «Οι Μπούλες πριν εξήντα χρόνια» περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 6, έτος 1979.
    2. ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ, ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ, τόμος τέταρτος τεύχος δεύτερον, ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1980.
    3. Αποστόλου Στέργιος, Οι Γενίτσαροι του τουρκικού στρατού και οι Μπούλες του Ναουσαίϊκου αποκριάτικου εθίμου, Έρευνα σε αλβανικές πηγές, Σύμμεικτα τ. Α΄ Μακεδονικές Μελέτες, Νάουσα, 1992.
    4. Βαλσαμίδης Μανώλη, Οι ρυθμοί των τραγουδιών του δρώμενου «Μπούλες της Νάουσας», Νάουσα 2004.
    5. Βαλσαμίδης Μανώλης, «Οι τοπικοί μας χοροί», περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 5, έτος 1979.
    6. Βαλσαμίδης Μανώλης, Οι Μπούλες της Νιάουστας, Σεμινάριο Μελίκης 2003.
    7. Γαβριηλίδης Θωμάς, Γιανύτσαρος και Μπούλα (η ιστορία των ονομάτων), περιοδικό Νιάουστα τ.70-71.
    8. Γκούτας Φ. Αχιλλέας, Η Νάουσα στον 19ο αιώνα, Θεσσαλονίκη 1999.
    9. Δεινόπουλος Πέτρος, «Γενίτσαροι και Μπούλες στη Νάουσα και στα Λεχαινά», περιοδικό Νιάουστα, τεύχος 73, έτος 1995.
    10. Δεινόπουλος Πέτρος, «Γενίτσαροι και Μπούλες υπάρχουν και στην Ηλεία», εφημερίδα Φωνή Ναούσης, 17/2/1996.
    11. Δημητριάδης Δημήτριος, «Το καρναβάλι στην παλαιά Νάουσα», Φωνή Ναούσης 13/3/1955.
    12. Δημητριάδης Δημήτριος, «Το καρναβάλι της Ναούσης άλλοτε και σήμερα», Φωνή Ναούσης 27/2/1955.
    13. Δρανδράκης Λ., Ο αυτοσχεδιασμός στον Ελληνικό δημοτικό χορό, Αθήνα, 1993.
    14. Ένθετο από το CD του Λυκείου Ελληνίδων Αθηνών, «ΜΠΟΥΛΕΣ» ΝΑΟΥΣΑ ΗΜΑΘΙΑΣ.
    15. Ζάλιος Χρήστος, Δημήτρης Βογιατζής ή Μήτρος Χαϊβάνος (1870-1942), ο πρώτος Ναουσαίος ζουρνατζής, εφημ. Νέοι Καιροί, 17/2/2007.
    16. Ζάλιος Χρήστος, Η ιστορία του καρναβαλιού μας, εφημ. Nέο Βήμα, 16/2/2007.
    17. Ζάλιος Χρήστος, Οι Μπούλες της Νάουσας, εφημ. Λαός Βέροιας 11/2/2007 και 17-18/2/2007.
    18. Ζιώτας Μ. Θεόδωρος. Οι Μπούλες της Νάουσας, Νάουσα, 2003.
    19. Κουκούλος Ι. Γ., ΟΙ ΜΠΟΥΛΕΣ, εφημ. ΝΑΟΥΣΑ, 26-2-1928.
    20. Λύκειο των Ελληνίδων Βέροιας, ΗΜΑΘΙΑ ΕΡΑΤΕΙΝΗ, Βέροια 2003.
    21. Μελίκης Γιώργης, Ένθετο από το CD Ζουρνάδες και νταούλια, σελ.5.
    22. Μπάϊτσης Τάκης, «Κωσταντούλης ο λαϊκός ποιητής της Νιάουστας - Οι Μπούλες στη Θεσσαλονίκη το 1909», Νάουσα, 1982.
    23. Μπάϊτσης Τάκης, Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νιάουστας, Θεσσαλονίκη, 2001.
    24. Νίκου Κ., Αποκριάτικο άλμπουμ με αναμνήσεις του Τρυφ. Χατζητρύφων, περ. Νιάουστα, τ. 2, σελ.20.
    25. ΣαμαράΧ. Θάλεια, Μπούλιες, Στον Μακεδονικό Αγώνα, ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, Θεσσαλονίκη 1969.
    26. Σούγγαρης Κωσταντούλης, Αποκρεά εις την Νάουσαν, εφημ. Νάουσα, 4-3-1928.
    27. Σπάρτσης Νικόλαος, Αντέτχια στη Νιάουστα, Νάουσα, 2003.
    28. Στουγιανάκης Ευστάθιος, Ιστορία της πόλεως Ναούσης, Εν Εδέσση 1924.
    29. Στράτου Ν. Δόρα, Ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί, σελ. 85-88, Αθήνα 1976.
    30. Τεγόπουλος-Φυτράκης, Ελληνικό λεξικό, Αθήνα 1993.
    31. ΥΠΕΡΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, Εκδόσεις Παγουλάτου, Αθήνα.
    32. Χριστοδούλου Εμμ. Αναστάσιος, Η Ιστορία της Βέροιας, σελ. 105, Μάρτιος 1960.
    33. Χωνός Σταύρος, «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΥ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΗΣ», εφημερίδα Νάουσα 4/3/1928, γράφει με το ψευδώνυμο ΑΜΕΡΟΛΗΠΤΟΣ.

    January 24

    Νάουσα: η πόλη του κρασιού

    Νάουσα: η πόλη του κρασιού

    «Κρασί ωσάν της Νιάουστας, το φέρνουν στο μαντήλι»
    Γεννημένη μέσα σε μία φυσική αγκαλιά, που σχηματίζουν καταπράσινες πλαγιές και λόφοι, με την ήρεμη ομορφιά της να διακόπτεται από ζωογόνα ποτάμια και καταρράκτες, η Νάουσα ήταν προορισμένη θαρρείς να παράγει το καλύτερο κρασί.
    Σε αυτές τις πλαγιές βρίσκεται εγκατεστημένος και ο αμπελώνας της Νάουσας, ηλιόλουστος και προφυλαγμένος από τους βοριάδες. Έτσι ωριμάζει η πιό εκλεκτή ερυθρή ποικιλία του βορειοελλαδικού χώρου, το Ξινόμαυρο, για την παραγωγή του βαθυκόκκινου, πλούσιου σε σώμα και επιδεκτικού στην παλαίωση κρασιού Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας ΝΑΟΥΣΑ.
    Η ιστορία του οίνου στη Νάουσα

    Ως τόπος καταγωγής του θεού Διόνυσου, η Νάουσα αποτελεί μέχρι και σήμερα, πόλη του οίνου και της αμπέλου. Το χώμα, τα νερά, το κλίμα της αποτέλεσαν πάντα τον ιδανικό συνδυασμό για την καλλιέργεια των πιο ευγενών ποικιλιών αμπελιών. Αυτή η παράδοση της αμπελοκαλλιέργειας στη Νάουσα χάνεται στα βάθη των αιώνων.
    Το εξαίρετο κρασί της ταξιδεύει σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Είναι μεστό, και πολύτιμο. Η φήμη του δικαιώνει αυτό που παλαιότερα και μέχρι σήμερα λένε, «κρασί ωσάν της Νιάουστας το φέρνουν στο μαντήλι».
    Αργότερα, στη νεότερη ιστορία (1800 - 1900 μ. Χ.) ο οίνος της Νάουσας γίνεται γνωστός ανά τον κόσμο. Χαρακτηριστικά είναι τα γραπτά κείμενα των Pouqueville (1826) και Cousinery (1831), ταξιδευτών που επιβεβαιώνουν την φήμη και την ποιότητα του ναουσαίικου οίνου. Στις αρχές του εικοστού αιώνα ο οίνος της Νάουσας είναι πλέον γνωστός και εξάγεται στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, και φτάνει ως την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ωστόσο, πριν το τέλος του αιώνα αυτού, φτάνει η φυλλοξήρα και στην Ελλάδα με αποτέλεσμα πολλοί αμπελώνες να καταστραφούν ολοκληρωτικά. Στα τέλη του '60 αντιμετωπίζεται το πρόβλημα με τη χρήση υποκειμένων, τα οποία είναι ανθεκτικά στο έντομο και μάλιστα στη ριζόβια μορφή που προκαλούσε την μεγαλύτερη ζημιά και ξαναστήνονται οι αμπελώνες της Νάουσας.
    Η Νάουσα ανακηρύχτηκε, τον Οκτώβριο του 1987 στη Ρώμη, Διεθνής Πόλη Αμπέλου και Οίνου.
    Η «σύγχρονη παράδοση»

    Η Νάουσα δεν σταμάτησε ποτέ να παράγει το φημισμένο κρασί της. Καθώς η προτίμηση του κοινού εστράφη στα εμφιαλωμένα κρασιά, μεγάλωσε και το ενδιαφέρον των αμπελοκαλλιεργητών της Νάουσας για την ανάπτυξη της αμπελοκαλλιέργειας.
    Έτσι, από το 1970 η καλλιέργεια βελτιώνεται. Τα αμπέλια αναπτύσσονται σε γραμμικά σχήματα. Υιοθετούνται σύγχρονες μέθοδοι οινοποίησης, ωρίμανσης και εμφιάλωσης. Η ποιότητα του κρασιού διασφαλίζεται με συνεχή αυστηρό έλεγχο. Η Νάουσα συνεχίζει να επιβεβαιώνει τη Φήμη και την πρωτοπορία της στο καλό κρασί. Στο πολύτιμο κρασί.

     

    «Ξινόμαυρο» Νάουσας


    Η ευγενής ερυθρά ποικιλία οιναμπέλου που καλλιεργείται εδώ και εκατοντάδες χρόνια στην περιοχή, το Ξινόμαυρο, πήρε κατά καιρούς πολλά ονόματα. «Μαύρο Νάουσας» ή «ποπόλκα» ή «ποπόλικο» ή «μαύρο ξινό». Το ξηρό κρασί Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητος ΝΑΟΥΣΑ, φτιάχνεται αποκλειστικά από το Χινόμαυρο, ερυθρό σταφύλι, καλά εγκλιματισμένο στα ηπειρωτικά κλίματα. Το ξινόμαυρο καλλιεργείται σε περισσότερες περιοχές από οποιαδήποτε άλλη ποικιλία στην Ελλάδα, στη Νάουσα όμως φτάνει εύκολα στην τέλεια ωρίμανση. Εμφανίζεται με αξιολογο δυναμικό σε αρώματα ζύμωσης και παλαίωσης, αλλά επίσης και με ισορροπία στις περιεκτικότητες σακχάρων - οξέων - τανινών.
    Είναι το οικοσύστημα που το ευνοεί, γιατί εδώ οι αμπελώνες έχουν προνομιούχα θέση. Το υψόμετρό τους ξεκινά από τα 150 μέτρα και φτάνει τα 350. Είναι εγκατεστημένοι στις νοτιοανατολικές πλαγιές του Βερμίου και έτσι προφυλάσσονται από τους ψυχρούς βόρειους ανέμους ενώ συγχρόνως επωφελούνται από τις ακτίνες του μεσημεριανού ήλιου.
    Τα κρασιά που κυκλοφορούν με την ένδειξη «Ονομασία Προέλευσης Νάουσα» έχουν βαθυκόκκινο χρώμα και χαρακτηριστικό άρωμα φρούτων που εξελίσσεται σε πλούσιο μπουκέτο, κατά τον ένα χρόνο παλαίωσης σε δρύινα βαρέλια (υποχρεωτικό από τη νομοθεσία)
    Τότε, δίπλα στα βατόμουρα και τα δαμάσκηνα, εμφανίζονται η βανίλια και η κανέλλα. Τότε μαλακώνουν και οι τανίνες που χαρίζουν στο κρασί καλή δομή και πλούτο.

     

    Αμπελουργική Ζώνη Οίνου Ονομασίας Προελεύσεως Νάουσα


    Λίγες περιοχές στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη, έχουν το προνόμιο να χαρακτηρίζεται το κρασί που παράγουν ως οίνος «Ονομασίας Προελεύσεως Ανωτέρας Ποιότητος». Ονομασία νομοθετημένη και κατοχυρωμένη και από την ΕΟΚ. Η Νάουσα είναι μία από αυτές τις περιοχές. Έτσι η ονομασία «Νάουσα» δίνεται σε κρασί που παράγεται από εκλεκτά σταφύλια της ευγενούς ποικιλίας Ξινόμαυρο, που καλλιεργείται σε καθορισμένη αμπελουργική ζώνη με ορισμένο τρόπο και απόδοση (75ΗL/ΗΑ) και οινοποιείται με τον παραδοσιακό τρόπο της Νάουσας.
    Η αμπελουργική ζώνη της περιοχής περιλαμβάνει το Δήμο Νάουσας και τις Κοινότητες Μαρίνα, Γιαννακοχώρι, Στενήμαχος, Λευκάδια, Τρίλοφος, Κοπανός και Φυτειά.
    Εδώ η πλούσια σε ιχνοστοιχεία γη, καθώς αφήνεται στις θωπείες του ζεστού ήλιου που αγκαλιάζει τις μεσημβρινές πλαγιές του Βερμίου ή στη δροσερή αναπνοή της νύχτας που κατεβαίνει από το Σέλι, ωριμάζει τα εκλεκτά σταφύλια. Τα βοηθά να κρατήσουν το γλυκό χυμό, τη δροσιά και τη χαρακτηριστική γεύση τους. Αυτοί οι φυσικοί παράγοντες, συνδυασμένοι αρμονικά μεταξύ τους, είναι η βάση του ξακουστού κρασιού της Νάουσας.

     

    Νάουσα, Ένας Αμπελότοπος Με Μεγάλη Ιστορία, Αξιόλογο Παρόν Και Μέλλον

    Η μυθολογία θέλει τη Σεμέλη, τη μητέρα του Διόνυσου, να βρίσκει καταφύγιο στις πλαγιές του Βερμίου. Θέλει ακόμη και τον Σειληνό, έξοχο χορευτή και πιστό σύντροφο του θεού του αμπελιού και του κρασιού, να γεννιέται εδώ, γύρω από τη Νάουσα. Οι γραπτές μαρτυρίες έρχονται πολύ αργότερα. Κατά την οθωμανική κατοχή, οι κάτοικοι κατάφεραν να τους παραχωρηθούν ορισμένα προνόμια που επέτρεψαν την διατήρηση των αμπελώνων τους και την ανάπτυξη του οινεμπορίου. Στα κελάρια των σπιτιών τους παλαίωναν, αποθηκευμένα σε βαρέλια, τα Ναουσαίικα κρασιά. Τανικά, πλούσια, μπρούσκα. Η υγρασία που πρόσφεραν τα άφθονα υπόγεια νερά της περιοχής ευνοούσε αυτή την παλαίωση. Έτσι οι Γάλλοι επισκέπτες εκείνης της εποχής γράφουν: «... Το κρασί της Νάουσας είναι στη Μακεδονία ότι είναι το Βουργουνδέζικο κρασί στη Γαλλία...» Cousinery, Voyage dans la Macedoine, 1831. Αυτό το κρασί λοιπόν, ταξίδευε στη Θεσσαλονίκη, τις Σέρρες, αλλά και στο εξωτερικό, στην Αυστρία, την Ουγγαρία την Αίγυπτο. Το θεωρούσαν το καλύτερο από όσα παρήγαγαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
    Η λαμπρή πορεία του όμως διακόπτεται απότομα στις αρχές του 20ου αιώνα με την έλευση της φυλλοξήρας. Οι αμπελώνες προσβλήθηκαν και άρχισε σταδιακά η καταστροφή τους. Οι αμπελουργοί αναγκάσθηκαν να ξεριζώσουν τα αμπέλια τους και να στραφούν σε άλλες καλλιέργειες, κυρίως ροδάκινα και μήλα. Το ονομαστό κρασί κινδύνεψε να χαθεί. Τον αγώνα της «διάσωσής» του ανέλαβαν οι εναπομείναντες αμπελουργοί, οινοπαραγωγοί και οινέμποροι, καθώς και ειδικοί επιστήμονες οι οποίοι θέλησαν να συνεχιστεί η παράδοση. Στα τέλη της δεκαετίας του '60, οι αμπελώνες της Νάουσας άρχισαν δειλά-δειλά να ξαναστήνονται με τη χαρακτηριστική ερυθρή ποικιλία της περιοχής, το Ξινόμαυρο. Και οι προσπάθειες καρποφόρησαν. Ο αμπελώνας σώθηκε και από το 1971 το ερυθρό, ξηρό κρασί ΝΑΟΥΣΑ, ένα από τα πιο κλασικά ερυθρά της χώρας μας, ανήκει στην κατηγορία των Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας.
    Το κρασί φτιάχνεται αποκλειστικά από το Ξινόμαυρο, κόκκινο σταφύλι που συναντάται με πολλά ονόματα: Μαύρο Ναουστιανό, Ποπόλκα, Μαύρο Ναούσης. Καλά εγκλιματισμένο στα ηπειρωτικά κλίματα καλλιεργείται σε περισσότερες περιοχές από οποιαδήποτε άλλη ποικιλία στην Ελλάδα. Εδώ όμως φτάνει εύκολα στην «τέλεια» ωρίμανση. Εμφανίζεται με αξιόλογο δυναμικό σε αρώματα ζύμωσης και παλαίωσης αλλά επίσης και με ισορροπία στις περιεκτικότητες σακχάρων - οξέων - τανινών. Είναι το οικοσύστημα που το ευνοεί γιατί στη ζώνη της Νάουσας οι αμπελώνες έχουν προνομιούχα θέση. Το υψόμετρο τους ξεκινά από τα 150 μέτρα και φτάνει τα 350. Είναι εγκατεστημένοι στις νοτιοανατολικές πλαγιές του Βερμίου και έτσι προφυλάσσονται από τους ψυχρούς βόρειους ανέμους ενώ συγχρόνως επωφελούνται από τις ακτίνες του μεσημεριανού ήλιου. Δεν πρέπει φυσικά να υποτιμήσουμε τις φροντίδες και την αγάπη των Ναουσσαίων αμπελουργών για το σταφύλι και το κρασί τους. Θεωρούνται από τους πιο συνειδητοποιημένους αμπελουργούς σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο! Και μετά τη σκυτάλη παίρνουν οι οινοποιοί.
    Τα κρασιά που κυκλοφορούν με την ένδειξη Ονομασία Προέλευσης Νάουσα έχουν βαθυκόκκινο χρώμα και χαρακτηριστικό άρωμα φρούτων που εξελίσσεται σ' ένα πλούσιο μπουκέτο κατά τον ένα (υποχρεωτικό από τη νομοθεσία) χρόνο παλαίωσης σε δρύινα βαρέλια. Τότε δίπλα στα βατόμουρα και τα δαμάσκηνα εμφανίζονται η βανίλια και η κανέλλα Τότε μαλακώνουν και οι τανίνες που χαρίζουν στο κρασί καλή δομή και πλούτο. Σήμερα η συνολική παραγωγή του Ο.Π.Α.Π. Νάουσα είναι της τάξης των 2.500.000 λίτρων, ένα 30-40% των οποίων εξάγεται.

     

    Γιανίτσαροι και Μπούλες

    Μπούλες

     

    ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΑΤΙΝΑΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ

    ΜΕ ΖΟΥΡΝΑΤΖΗΔΕΣ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΨΑΘΑ

     

    Τάκης Μπάϊτσης

     

     

    1. Ζαλιστός

    Μελωδία, για την οποία δε σώθηκε μέχρι τις μέρες μας κείμενο τραγουδιού. Είναι η μελωδία που παίζουν οι ζουρνατζήδες από τη στιγμή που θα αρχίσουν το μάσιμο των παλικαριών που φορούν πρόσωπο μέχρι που θα ολοκληρωθεί το μπουλούκι και εν πομπή θα φτάσει στο κονάκι – σήμερα στην πλατεία του Δημαρχείου. Ο Ζαλιστός λέγεται και Προσκύνημα.

    1. α) Κάτω στη Ρόιδο (πατινάδα)

    Είναι η πρώτη πατινάδα που παίζεται έξω από το Δημαρχείο, αμέσως μόλις ο αρχηγός του μπουλουκιού πάρει την άδεια για την τέλεση του εθίμου. Χορεύεται αντικριστά με τα μαντίλια που έχουν δεμένα στα χέρια τους οι Γιανίτσαροι, πριν οι πάλες να βγουν ακόμα από τα θηκάρια τους.

    Κάτω στη Ρόιδο, στη Ροϊδοπούλα

    Τούρκος αγάπησε μια Ρωμιοπούλα

    κι η Ρωμιοπούλα δεν τόνε θέλει

    κι η σκύλα η μάνα της την προξενεύει.

    -Πάρ’τονε, κόρη μου, τον Τούρκο γι’ άντρα

    να σε φωνάζουν Χανούμ Σουλτάνα.

    Πάρ’τονε, κόρη μου, έχει καϊκι,

    θα σε πηγαίνει στη Σαλονίκη.

    -Πάρ’τονε, κόρη μου, έχει βαπόρι,

    θα σε πηγαίνει και ως την Πόλη.

    -Δεν τόνε θέλω, δεν τόνε παίρνω,

    πέρδικα γίνομαι, στα όρη φεύγω.

     

    1. β) Ως πότε παλικάρια (πατινάδα)

    Είναι η δεύτερη πατινάδα που χορεύεται από το μπουλούκι εμπρός στο Δημαρχείο. Τώρα θα βρουν οι βαριές πάλες απ’ τα θηκάρια τους και θα σπαθίσουν τον αέρα. Είναι ο Θούριος του Ρήγα Φεραίου, έτσι όπως επιβιώνει στη Νάουσα.

    Ως πότι, παλικάρια, θα ζούμι στα στινά

    μουνάχοι σα λιουντάρια, στις ράχις στα βουνά.

    Σπηλιές να κατοικούμι, να βλέπουμι θηριά,

    να φεύγουμ’ απ’ τον κόσμο για την πικρή σκλαβιά.

    Κάλλιο για την πατρίδα κανένας να χαθεί,

    να μην κριμάσει φούντα για ξένουν το σπαθί.

    Αντρείοι Μακιδόνις, προυσέξατι καλά

    δα* διώξουμι τους Τούρκους στη Κόκκινη Μηλιά.

    Κάλλιο να ‘ναι μιας ώρας ελεύθερη ζουή

    παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή.

     

    *δα=θα

     

    1. Παπαδιά (χορός)

    Είναι ένας από τους σημαντικότερους χορούς της Νάουσας. Ο Μανώλης Βαλσαμίδης σχολιάζοντας τους χορούς στο περιοδικό του Λαππείου Γυμνασίου Νάουσας γράφει για την Παπαδιά:

    «Η Παπαδιά είναι ο πιο σπουδαίος χορός του τόπου και απαιτεί επιδέξιο χορευτή. Ξεκινάει αργά, ζεσταίνει σιγά σιγά, συναισθηματικά, το χορευτή και τον ανεβάζει με τα σκιρτήματα και τις εξάρσεις του στην έκφραση βιωμάτων ανερμήνευτων. Η Παπαδιά είναι μέχρις ένα σημείο χορός του πρώτου, ώσπου φτάνει στον «απολυτό» και τότε γίνεται ομαδικός και στη συνέχεια πάλι ατομικός. Οι χορευτές χορεύουν με προτεταμένα χέρια σε στάση ικεσίας, προσφοράς, δοξολογίας, θριάμβου, εκστάσεως.»

    Η Παπαδιά, που για πρώτη φορά θα χορευτεί έξω από το Δημαρχείο, είναι σήμερα μια οργανική μελωδία, γιατί δεν διασώθηκαν λόγια μέχρι τις μέρες μας.

     

    1. Μακρινίτσα (χορός)

    Ακολουθεί ο χορός Μακρινίτσα που θα τον σύρει η Μπούλα πάντα έξω από το Δημαρχείο. Είναι ιστορικός χορός, με τον οποίο οι γυναίκες και τα παιδιά της Νάουσας προτίμησαν να πέσουν στα αφρισμένα νερά του καταρράκτη της Αράπιτσας, στους Στουμπάνους, για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων τις μέρες του μεγάλου χαλασμού, τον αιματοβαμμένο εκείνο Απρίλη του 1822. Αποθανατίστηκε από το λαό, τραγουδιέται και χορεύεται μέχρι σήμερα σε κάθε γλέντι χωρίς σταματημό.

    Τρία πουλάκια, αμάν κι αϊμάν, κι αν κάθουνταν

    στης Νιάουστας το κάστρο – Μακρινίτσα μου, καημό πόχει η καρδίτσα μου-

    Του ΄να τηράει, αμάν κι αϊμάν, τα Βουδινά*

    τ΄άλλου τη Σαλονίκη - Μακρινίτσα μου, καημό πόχει η καρδίτσα μου-

    Ένα μήλου, αμάν, κι άλλου μήλου, αμάν,

    βράδυασιν και πού θα μείνου.

     

    Του τρίτου του, αμάν κι αϊμάν, του μικρότιρου

    μοιριουλουγάει κι λέει - Μακρινίτσα μου, καημό πόχει η καρδίτσα μου-

    Μας πάτησαν, αμάν κι αϊμάν, μας χάλασαν,

    μας πήραν τις γυναίκις - Μακρινίτσα μου, καημό πόχει η καρδίτσα μου-

     

    Ένα μήλου, αμάν, κι άλλου μήλου, αμάν,

    βράδυασιν και πού θα μείνου.

     

    * Βοδενά = η Έδεσσα

     

    1. α) Του Σανιδά (πατινάδα)

    Αφού χορευτούν στην πλατεία του Δημαρχείου οι παραπάνω χοροί, αλλά και μερικοί άλλοι, όπως ο Νιζάμικος ή ο Τσιάμικος κ.ά (αυτό το κανονίζει πάντα ο αρχηγός του μπουλουκιού), το μπουλούκι θα ξεκινήσει για το καθορισμένο από την παράδοση δρομολόγιο, με την πατινάδα «Ως πότε παλικάρια» θα ακούγεται μέχρι το Τριώδι του Λάμνια. Εκεί οι ζουρνατζήδες αλλάζουν σκοπό και παίζουν την πατινάδα «του Σανιδά». Το τραγούδι αυτής της πατινάδας αναφέρεται σε παλαιότερο κοινωνικό γεγονός της πόλης.

    Του μάθατι τι γίνηκιν στου Σανιδά του γάμου

    -λέλε, Σούδα* μου, μπουλιουντούδα** μου-

    Ήταν νουνός Σαλονικιός, να διατάζει εις του γάμου

    -λέλε, Σούδα μου, μπουλιουντούδα μου-

    κι ου νουνός αδιάταξιν να χορέψεις μι τη Σούδα

    -λέλε, Σούδα μου, μπουλιουντούδα μου-

    Κι του νουνό τουν ίλιγαν στου όνομα Αναστάση

    -λέλε, Σούδα μου, μπουλιουντούδα μου-

    Κι ου νουνός αδιάταξιν του μπάλλου να χουρέψουν

    -λέλε, Σούδα μου, μπουλιουντούδα μου-

    Την άδεια σου, Γιώργη μου, να χορέψου μι τη Σούδα

    -λέλε, Σούδα μου, μπουλιουντούδα μου-

    Κι η Σούδα χόριψιν μι τουν Αναστάση μπάλλου

    -λέλε, Σούδα μου, μπουλιουντούδα μου-

    Δε φταίγουν, μάνα, τα πιντιά, δε φταίγει ούτι ου Αδάμους

    -λέλε, Σούδα μου, μπουλιουντούδα μου-

    μούν΄φταίγει ου πατέρας μου, που μι πάει εις του γάμου

    -λέλε, Σούδα μου, μπουλιουντούδα μου-

     

    * υποκοριστικό του ονόματος Αναστασία>Αναστασούδα>Σούδα

    ** μπουλιουντούδα = όμορφη

     

    1. β) Της Χοντροσούγκλας ή Στις δεκατρείς του Απριλιού (πατινάδα)

    Δεκατρείς νέοι, δώδεκα Κρητικοί και ένας Ηπειρώτης, ενώ έρχονται για βοήθεια στο Μακεδονικό Αγώνα, σκοτώνονται ύστερα από προδοσία* στην τοποθεσία που έχει το όνομα Χοντροσούγκλα. Η λαϊκή μούσα αποθανατίζει το γεγονός. Η μελωδία και το δημοτικό τραγούδι που δημιουργούνται, εντάσσονται στο χορευτικό δρώμενο της Μπούλας. Η πατινάδα παίρνει το όνομά της από τον τόπο του γεγονότος και χορεύεται από το Τριώδι του Λάμνια προς τα Καμμένα.

    Στις δεκατρείς του Απριλιού, η μέρα ήταν Τρίτη

    που φίλιβιν ου αρχηγός τους νέους απ΄την Κρήτη.

    Πίσσα, μαυρίλα, σκουτινιά ψηλά στη Χοντροσούγκλα

    που πολιμούν οι Έλληνες με τ΄ άγρια τ΄αρκούδια.

    Αρματωμένοι είμασταν στ΄ασήμια, στα σταυρούδια

    κι τα τουφέκια που ΄πιφταν, μας φαίνουνταν τραγούδια.

    Δεν τόντιζα**, μανούλα μου, για να μας ξιγυμνώσουν

    κι σι ένα μνήμα δικατρείς, για να μας παραχώσουν.

    Όποιους δα ζήσει απού μας, να πάνει ως την Κρήτη,

    να πεί εις τις μανούλις μας τη φουβιρή μας λύπη.

    Μούν΄πες της πως παντρεύτηκα κι πήρα μια γυναίκα,

    πήρα την πλάκα πιθιρά, τη μαύρη γής γυναίκα

    κι αυτά τα μικρουλίθαρα, αδέρφια κι αξαδέρφια.

    Ανάθεμα στουν αρχηγό δεν έδουσιν παράδις,

    να στείλουμι τις μάνις μας, ν΄ανάψουν τις λαμπάδις.

     

    * Στο γεγονός αναφέρεται με λεπτομέρειες η Θάλεια Σαμαρά στο βιβλίο της «Στο Μακεδονικό Αγώνα», στο κεφάλαιο «Στη ρεματιά της προδοσίας».

    ** τόντιζα = το ήλπιζα

     

    1. γ) Πουλιάνα (πατινάδα)

    Η Πουλιάνα είναι μια από τις συνοικίες της Νάουσας. Το τραγούδι της πατινάδας αυτής σκιαγραφεί τις αντιθέσεις που υπήρχαν στην πόλη ανάμεσα στους μαχαλάδες (συνοικίες) που δημιουργήθηκαν από την εγκατάσταση στην πόλη χωρικών από τα κατεστραμμένα γύρω χωριά μετά την καταστροφή του 1822. Οι μαχαλάδες είχαν διαφορές μεταξύ τους που έφταναν στο σημείο της πλήρους ενδογαμίας. Η ηρωίδα του τραγουδιού Ρήνα σπάει τον κανόνα, γι΄αυτό και η λαϊκή μούσα τραγουδά τον γάμο της. Από τα δημοφιλέστερα τραγούδια της Νάουσας. Το μπουλούκι χορεύει τη μελωδία της Πουλιάνας από τα Καμμένα μέχρι την Πουλιάνα.

    Για παίξ΄τι τα νταούλια, βαρέστι τα βιουλιά,

    παντρεύιτι η Ρήνα, παίρνει τουν Κιχαϊά.

    -Τι έχεις καημένη Ρηνούλα – Ρηνούλα-

    Τι έχεις κι όλου κλαίς κι δε μου το λες.

    Όταν μι είπις έχε γεια κι κίνησις να φύγεις,

    κλουνάρι απ΄την καρδούλα μου ξικλήρισις κι πήρις.

    Γιατί δε μου το λες, μούν΄ κάθεσε κι κλαις.

    Δε σι άριζαν τ΄ Αλώνια, νταϊλιάνα, τ΄Αλώνια μαχαλά

    μούν΄σι άριζι η Πουλιάνα, Ρηνούλα, κι ου γιός του Κιχαγιά.

    Γιατί δε μου το λες, μούν΄ κάθεσε κι κλαις.

     

    1. Τσιάμικος  (χορός)

    Στη συνοικία της Πουλιάνας είναι το μέρος που θα γίνει στάση. Εδώ το κάθε μπουλούκι θα μείνει για λίγη ώρα και συνήθως όσοι μένουν σ΄αυτή τη συνοικία τους ακολουθούν από το Δημαρχείο, ενώ άλλοι τους περιμένουν με ανυπομονησία εδώ στην Πουλιάνα.

     

    Θα χορευτούν διάφοροι χοροί ανάλογα με την επιθυμία του κάθε παλικαριού. Ανάμεσα σ’ αυτούς είναι και η οργανική μελωδία του Τσιάμικου που χορεύεται στην ίδια φόρμα με την Παπαδιά. Είναι χορός με ατομικές πρωτοβουλίες και αυτοσχεδιασμούς για τον πρώτο που σέρνει το χορό και γίνεται ομαδικός προς το τέλος του.

     

    1. Νιζάμικος  (χορός)

    Οργανική μελωδία χορού από τις πιο αγαπητές στο χορευτικό ρεπερτόριο των Ναουσαίων. Είναι ένας χορός που οι νεαροί χωρίς πρόσωπο –μέλη του μπουλουκιού- αγαπούν ιδιαίτερα και θα χορευτεί πάμπολλες φορές σε όλες τις στάσεις που θα πραγματοποιήσει το μπουλούκι. Χορεύεται απ΄όλους ομαδικά και, όπως για πολλές μελωδίες της Νάουσας συμβαίνει, δεν έχουν σωθεί τα λόγια αυτού του σκοπού.

     

    1. Του Μιχαήλου  (πατινάδα)

    Μελωδία πολύ συγγενική με την επόμενη του Υψηλάντη. Το τραγούδι της πατινάδας αυτής με λόγια μεταγενέστερα, σατιρικά, των αρχών του αιώνα μας, χορεύεται στη διαδρομή από την Πουλιάνα για τα Μπατάνια.

    Ιψές του μισουνίχτι, κατ΄ τις η ώρα μια

    περάσαν κάτι σιαφλιάνια* απού του μαχαλά.

    Κι αυτούς ου Μιχαήλους, μι τα πουλλά μυαλά,

    μαζώνει τα κουρίτσια απού του μαχαλά.

    Κι αυτούς ου Μιχαήλους πουλεί γκάζι** μι αυγό,

    για να πάρει την Ανθούλα βρακί μιταξουτό.

    Καρντιά ΄πού μαύρη ουρνίθα την τηγανίσανε

    κι δώσαν του Πιτράκη, να μη χουρίσουνι.

    Πλένει κι σιδιρώνει του Πέτρου του βρακί,

    του βράδυ του απλώνει, του παίρνει του προυί.

     

    * σιαφλιάνα: άτακτα, ζωηρά παιδιά

    ** γκάζι: καθαρό πετρέλαιο

     

    1. Του Υψηλάντη  (πατινάδα)

    Η Νάουσα είχε προσχωρήσει πολύ νωρίς στη Φιλική Εταιρεία και όλοι περίμεναν με αγωνία τη «μεγάλη ώρα». Όταν ο Υψηλάντης περνούσε στη Μολδοβλαχία, στην περιοχή της Νάουσας δημιουργείται και τραγουδιέται το παρακάτω τραγούδι που αργότερα ως πατινάδα θα ενταχθεί στο έθιμο της Μπούλας. Περισσότερο λόγιο παρά δημοτικό, το τραγούδι της πατινάδας αυτής που αναφέρεται στον Υψηλάντη δείχνει καθαρά τις αναπτερωμένες κατά την εποχή εκείνη προσδοκίες του ελληνικού λαού τα όνειρα και τις ελπίδες του για λευτεριά. Σήμερα χορεύεται στη διαδρομή από την Πουλιάνα για τα Μπατάνια.

    Ένα μικρό καράβι σηκώνει τα πανιά,

    σηκώνει την παντέρα* και πόλεμο ζητά.

    Απ΄ τη Βισσαραβία** του ατμουκίνητου

    Θα έρθει μές΄ την Πόλη, να πει του Χριστιανό

    να παψουνε τα κλάμματα, τα αχ, τα βαχ, τα ωχ,

    με τον καλόνε πόθο θα έρθουνε και εδώ.

    -Τι ΄ναι το ζήτημά σου και ήρθες με θυμό

    ωσάν αστρουπελέκι απού τον ουρανό;

    -Ζητώ τα Δαρδανέλλια, του όρους του Σινά

    ζητώ τουν Άγιου Τάφου κι την Αγιά Σουφκιά.

    Κι ακόμα θα ζητήσου τουν Πατριάρχη μας,

    που τουν εκρέμασάτι για του ινάτι σας.

    Που τουν εκρέμασάτι κι πήρατι φλουριά

    κι τώρα τούνε σέρνουν οι Τούρκοι, τα σκυλιά,

    στης Πόλης τα σουκάκια κι σ΄όλα τα τζαμιά.

    Άγγλοι, Γάλλοι, Αγγλουγάλλοι, προυσέξατε καλά

    (ή Αγγλία και Γαλλία προυσέξατε καλά)

    δα διώξουμε τους Τούρκους στην Κόκκινη Μηλιά.

    Με την κανουνιφόρο θα έρθει μυστικώς

    ο μέγας ούτος άνδρας ο πρίγκηψ αρχηγός

    κι αυτός ου μέγας άρχων, ου πρίγκηψ αρχηγός,

    αν και είνι Έλλην, του Τσάρου ειν΄υπουργός

    και εις τουν στόλου όλου ου αρχιναύαρχους.

     

    * παντέρα = σημαία (παντιέρα)

    ** Βεσσαραβία : η ρωσική Μολδαβία, σήμερα ανεξάρτητο κράτος.

     

    1. Του Σωτήρα ή Παιδιά σαν θέτε λεβεντιά   (χορός)

    Το μπουλούκι φθάνει στη συνοικία Καμμένα, όπου η χορευτική διαδικασία θα επαναληφτεί. Ο καπετάνιος του μπουλουκιού θα καθορίσει ποιοί και με ποια σειρά θα σύρουν τους χορούς που επιθυμούν. Είναι άλλωστε και μια ευκαιρία οι οργανοπαίκτες να κερδίσουν κάποια χρήματα, γιατί οι συγγενείς και οι φίλοι κάθε φορά που το δικό τους παιδί σέρνει το χορό, δωρίζουν χρήματα στους οργανοπαίκτες. Ανάμεσα στις μελωδίες που μπορεί να επιλέξει ένας καλός χορευτής είναι αυτή του Σωτήρα.

     

    α. Του Σωτήρα

    Κλέφτικος σκοπός που χορεύεται μέχρι σήμερα. Είναι από τους χορούς που προτιμούν οι καλοί χορευτές, μια και αυτός στηρίζεται στην δεξιοτεχνία του πρωτοσυρτή, όπως η Παπαδιά και ο Νταβέλης και ο Τσιάμικος. Από το κείμενο του τραγουδιού αυτής της μελωδίας έχουν διασωθεί ελάχιστοι στίχοι. Συχνά από τους χορευτές ζητιέται ως του Σωτήρη.

    Σουτήρα, πας στην Ερημιά,

    Σουτήρα, πας στην Ερημώνα*

    μακριά απού τα χιόνια του χειμώνα

    μι τουν Κουσταντή- γειά σας παλικαράκια-

    Ιμένα μι του είπανι

    Σουτήρα πάει στην Έρημου,

    -γεια σας πιντιά.

     

    *Ερημώνα : η ερημιά του κάμπου ή του βάλτου

     

    β. Παιδιά σαν θέτε λεβεντιά

    Στην ίδια μελωδία τραγουδιέται και χορεύεται το παρακάτω κλέφτικο τραγούδι γνωστό και σε άλλα μέρη της Ελλάδας.

    Πιντιά μ΄, σαν θέλ΄τι λιβιντιά κι κλέφτις να γινήτι,

    πιντιά μου, κλέφτις στα ψηλά βουνά,

    ρουτήστι με, του γέρουντα, πιντιά μου, τουν πρώτου καπετάνιου.

    Δώδικα χρόνους έκαμα στους κλέφτις καπετάνιους,

    ψουμί ζεστό δεν έφαγα, πιντιά μου, γλυκό κρασί δεν ήπια.

    -γειά σας πιντιά, έρμα πιντιά – γλυκό κρασί δεν ήπια.

    Για φάτι, πιέτι, βρε πιντιά, χατήτι, να χαρούμι,

    τούτουν του χρόνουτουν καλό, τον έλλου ποιος τουν ξέρει

    για ζούμι για πιθαίνουμι για σι άλλουν κόσμου πάμι.

     

    1. Μελεκές  (χορός)

    Χορός ομαδικός που χορεύεται συνήθως από τους μικρούς Γιανίτσαρους, όπως περίπου ο Νιζάμικος. Σαν κείμενο του τραγουδιού έχουν διασωθεί οι παρακάτω στίχοι:

    Της Κατίνγκους του φουστάνι

    καμιά άλλη δεν του βάνει,

    Τιπιλίκι* κι νταντέλα

    πάρ΄τη μάνα σου κι έλα.

     

    * τιπιλίκι : ολόκληρο το χρυσοκέντητο καπέλο της γυναικείας φορεσιάς της Νάουσας.  

     

    1. Νταβέλης   (χορός)

    Έτσι όπως έχει διαμορφωθεί το χορευτικό ρεπερτόριο του εθίμου, ο Νταβέλης είναι ο δεύτερος μετά την Παπαδιά πιο σπουδαίος χορός του θιάσου και απαιτεί επιδέξιο χορευτή. Ξεκινάει αργά, αυτοσχεδιαστικά, με τα δεξιοτεχνήματα που ξέρει ο πρωτοσυρτής. Ο Νταβέλης είναι ως ένα σημείο χορός του πρώτου, ώσπου η μελωδία φτάνει στον απολυτό και τότε ο χορός γίνεται ομαδικός και τελειώνει πάλι με αυτοσχεδιάσματα του πρώτου. Όταν ο χορός γίνεται ομαδικός, οι χορευτές οδηγούνται από τον πρωτοσυρτή σε μια κίνηση κυκλική μεν, αλλά ελεύθερη με προτεταμένα τα χέρια και τελειώνουν κυκλικά, δίδοντας πάλι όλοι τα χέρια, ενώ ο πρωτοσυρτής πραγματοποιεί τα τελευταία δεξιοτεχνήματά του.

    Το τραγούδι του Νταβέλη, έτσι όπως διασώζεται στη Νάουσα, είναι το παρακάτω:

    Γειά σου, Νταβέλη αρχιληστή

    -γειά σου, Χρήστο μου Νταβέλη.

    Μας πήρε η μέρα κι η αυγή

    -ξύπνα, Νταβέλη αρχιληστή-

    γιατί μας πήρε μεσημέρι

    -γεια σου, καπιτάν Νταβέλη-

    Πούθε θα λημεριάσουμε

    -Νταβέλη, θα μας πιάσουνε-

    κι όπους η ζουή του θέλει,

    πού θα στήσουμε λημέρι

    -γεια σου, καπιτάν Νταβέλη.

    Άιντι, πέρα σι κείνου το βουνό

    μαύρα τα μάτια π΄αγαπώ

    -γειά σου, καπιτάν Νταβέλη-

    ικεί θα στήσουμε λημέρι

    -Καραράπη κι Νταβέλη.

     

    Γιανίτσαροι και Μπούλες

    Μπούλες 

    ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΑΤΙΝΑΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ

    ΜΕ ΖΟΥΡΝΑΤΖΗΔΕΣ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΨΑΘΑ

     

    Τάκης Μπάιτσης

      

    Τα τραγούδια και οι χοροί

    του Γιανίτσαρου και της Μπούλας

     

    1. Ο Μίλης ο περήφανος   (πατινάδα)

    Ανάλογα με τον διαθέσιμο  χρόνο, μόλις χορέψουν τους χορούς με τη σειρά που ο καπετάνιος του μπουλουκιού καθορίζει, θα ξεκινήσουν πάλι με προορισμό το Κιόσκι, όπου τους περιμένει πολύς κόσμος και πολλοί από τους προύχοντες της πόλης. Η πατινάδα που θα ακουστεί τώρα από την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου – που κάποτε ήταν ο κεντρικός δρόμος της Νάουσας- είναι ο Μίλης ο περήφανος (Μίλης είναι παραφθορά του ονόματος Αιμίλιος).

    Ο Μίλης ο περήφανος κι ο Μίλης ο στρατιώτης

    σέρνει μουλάρια δώδεκα κι μούλις δεκαπέντε

    κι η μούλα η τρανύτιρη, η βαριοφουρτουμένη

    απ΄του φλουρί δε φαίνονταν κι απ΄του μαργαριτάρι.

    Όλου τη νύχτα περπατεί κι όλου τη νύχτα πάνει,

    να μην τον πιάσει ο κουρνιαχτός, να μην τον ψήση ου ήλιους.

    Λέει τραγούντια κλέφτικα κι τα βουνά τα λέει:

    -Ισείς βουνά, έρμα βουνά, χουρίς κλιψιό σε ζάτι.

    Κι οι κλέφτις σαν τουν άκουσαν, πάνουν κι τουν τσακώνουν.

    -Τι λες, τι λες, μπρε κιαρατά, τι λες, μπρε πιζιβέγκη,

    βαρέστι τον ντυό μαχιριές κι καταγή να πέσει.

    -Ξένι, από πού είν΄η μάνα σου, από πού ΄νι ου μπαμπάς σου;

    -Η μάνα μου απ΄τα Γιάννινα, μπαμπάς μου απ΄τα Μπιτόλια*

    έχου αδερφόν τρανύτερουν στους κλέφτες καπιτάνιουν.

    Σαν δώσαν κι αγκαλιάστηκαν, τρεις μέρις δε χουρνιούταν**.

     

    * Μπιτόλια = η πόλη Μοναστήρι, σήμερα στο κράτος των Σκοπίων (Βιτώλια)

    ** χουρνιούταν = χώριζαν

     

    1. Της Σούδας* ή της Σιάννας   (χορός)

    Όταν το μπουλούκι φθάσει στο Κιόσκι, θα γίνει μεγάλος χορός. Θα χορέψουν ξανά την Παπαδιά, τον Νταβέλη, τον Νιζάμικο και ότι άλλο επιθυμούν τα παλικάρια. Ανάμεσα στις μελωδίες που συνήθως χορεύει η Μπούλα είναι και αυτή της Σούδας ή της Σιάννας.

     

    Η μελωδία αυτή χορεύεται όπως η Μακρινίτσα και το κείμενο του τραγουδιού είναι το παρακάτω:

    Απού τουν Παπαράντου ως τουν Άη Λιά

    η Σιάννα* μας αλλάζει, βάνει τουν αλατζιά

    κι βγαίνει στου σιργιάνι, ζουρλένει τα πιντιά.

    Απού τουν Παπαράντου ως τουν Άη Λιά

    έχασα ΄να μαντίλι μ΄ικατό φλουριά

    κι έμαθα πως του βρήκιν η κόρη του παπά.

    -Δώς΄μου, κόρη, το μαντίλι, κράτα τα φλουριά.

    -Μήτι του μαντίλι δίνου μήτι τα φλουριά,

    έλα να στεφανουθούμι, να κάμουμι πιντιά.

     

    * Συχνά αντικαθιστούν τα ονόματα Σούδα ή Σιάννα με άλλα αγαπημένα ονόματα.

     

    1. Καμπάνα ή Δε μας φοβίζουν…   (πατινάδα)

    Από την τοποθεσία Κιόσκι, όπου θα γίνει μεγάλος χορός, το μπουλούκι θα ξεκινήσει με κατεύθυνση την συνοικία Αλώνια. Από τον Άγιο Μηνά μέχρι του Μαγγαβέλα θ΄ ακουστεί η πατινάδα που την ονομάζουν Καμπάνα, γιατί από το Κιόσκι ως τον Άη Γιώργη παλαιότερα, όταν περνούσε το μπουλούκι, κτυπούσε η καμπάνα της εκκλησίας του Άη Γιώργη. Η πατινάδα παίρνει και το όνομα «Δεν μας φοβίζουν, μάνα μου» από το δίστιχο που αναφέρεται στην προέλαση του ελληνικού στρατού στο Μπιζάνι το 1913.

    Δε μας φοβίζουν – μάνα μου – οι σφαίρες τα κανόνια

    μόν΄ μας φοβίζουν – μάνα μου – του Μπιζανιού τα χιόνια.

     

    1. Του Ύπατρου ή Στρώσι, Λένκου, του σιντόνι   (πατινάδα)

    Το τραγούδι της πατινάδας αυτής που θα παιχθεί στη διαδρομή προς τ΄ Αλώνια, αναφέρεται στον φιλικό Ύπατρο που πρώτος έφερε στη Νάουσα την είδηση για την προετοιμασία της Επανάστασης του ΄21. Σκοτώθηκε με δόλο έξω από την πόλη και η λαϊκή μούσα διέσωσε την ανάμνηση του γεγονότος με τους παρακάτω στίχους:

    Από τη Σιβηρία νέους ήρθιν

    κι μας φέρνει του χαμπέρι

    κι ζητάει του σύνταγμα να γένει

    απού μέσα απ΄του ντουβλέτι*.

     

    * ντουβλέτι : το δοβλέτι, η οθωμανική κυβέρνηση, το κράτος

     

    Στην ίδια μελωδία λέγεται και άλλο τραγούδι με πρώτους στίχους τους «Στρώσε, νύφη, το σεντόνι» ή Στρώσε, Λένκω, το σεντόνι». Αυτή η πατινάδα χορεύεται από τη Μητρόπολη ως τα Μπατάνια.

     

    1. Κατέβα Λένκου      (πατινάδα)

    Από του Μαγγαβέλα μέχρι του Νίκου και πλησιάζοντας στ΄ Αλώνια, οι ζουρνατζήδες θα παίξουν μια από τις δημοφιλέστερες πατινάδες της Νάουσας, αυτή της Λένκως που το τραγούδι της είναι το ακόλουθο:

    Κόρη με τα ξανθά μαλλιά κι μι τα μαύρα φρύντια,

    κατέβα, Λένκου μ΄, κι άνοιξι, την πόρτα την καρένια,

    έχου ντυό λόγια να σου πω κι ντυό να σου μιλήσου

    γλυκιά και ζαχαρένια, κατέβα, Λένκου μ΄, κι άνοιξι.

    -Δώσε μου, κόρη, φίλημα, δώσε μου μαύρα μάτια.

    -Ξένι, σα θέλεις φίλημα, σα θέλεις μαύρα μάτια,

    κάτσι, αράντιασι φλουριά σι μια κλουστή μιτάξι,

    πάρ΄τα κι έλα μια βραντιά κι ένα Σαββάτου βράδυ

    που είν΄η μάνα μ΄ στην ικκλησιά κι ου κύρης στου μπαρμπέρη,

    τα ντυό μ΄αδέρφια στου σκουλειό, σ΄ένα χαρτί ντιαβάζουν.

    Πάρ΄τα κι έλα μια βραντιά κι ένα Σαββάτου βράδυ.

     

    1. Αλώνια      (πατινάδα)

    Ήδη το μπουλούκι έχει πλησιάσει στο μαχαλά Αλώνια όπου θα βγούν οι προσωπάδες και τα παλικάρια θα μπορέσουν να αναπνεύσουν καλύτερα και πιο ελεύθερα, να πιούν νερό και όσοι καπνίζουν, να ευχαριστηθούν το τσιγάρο τους, αφού από την ώρα που φόρεσαν τον πρόσωπο, μόνο με ειδικές κατασκευές έπιναν νερό ή κάπνιζαν.

     

    Τώρα φτάνοντας στην πλατεία του μαχαλά, έτσι όπως μπαίνουν ανά ζευγάρι, οι Γιανίτσαροι σηκώνουν τον πρόσωπό τους προς τα πάνω και ουσιαστικά είναι η στιγμή που το αυστηρότερο τμήμα της τελετουργίας του δρωμένου παίρνει τέλος. Η μελωδία αυτής της πατινάδας είναι από τις δημοφιλέστερες του μακεδονικού χώρου, γνωστή με διάφορα ονόματα, όπως «της Μαρίας», «Μαντιλούδι» κλπ.

    Ένα Σαββάτο βράδυ – Μαρίγια (ή Μαρία)- μια Κυριακή προυί

    επήρα την απόφαση- Μαρίγια- για να σι παντρευτώ.

    Ισύ ΄σι κι άλλη δεν είνι- Μαρίγια- σι αυτούν του μαχαλά,

    τα κάλλη τα δικά σου- Μαρίγια- δεν τα ΄χει άλλη καμιά.

    Ισύ ΄σι ΄νας καθρέφτης –Μαρίγια- του φράγκικου γυαλί

    που φέγγει μες΄τη Δύση- Μαρίγια- κι στην Ανατολή.

    Δε σι άριζαν τ΄Αλώνια- Μαρίγια- τ΄Αλώνια μαχαλά

    μόν΄ σ΄ άρισ΄ η Πουλιάνα- Μαρίγια- κι ου Κάτου Μαχαλάς.

    Οφ, αϊμάν, γκέλ αμάν, τα τζιτζίκια σου

    γκελ αϊμάν, οφ, αμάν, τα μπιλιτζίκια* σου.

     

    * μπιλιτζίκια : μπιλετζίκια, βραχιόλια

     

    1. Παπαδιά      (χορός)

    Από τη στιγμή που ο Γιανίτσαρος βγάλει τον πρόσωπο στα Αλώνια, μπορεί να πάρει μέσα στο χορό και πολίτες, ακόμη και να τραβήξουν μπροστά στο χορό, πράγμα που δεν είχε το δικαίωμα να το κάνει όλη μέρα. Εδώ μπορούν να χορέψουν οι παλιοί Γιανίτσαροι από τούτη τη συνοικία ή άλλοι που ακολουθούσαν συνεχώς το μπουλούκι. Η Παπαδιά, ο δημοφιλέστερος χορός για τους καλούς χορευτές, θα παιχτεί πολλές φορές στη διάρκεια της μακράς πορείας του μπουλουκιού.

     

    1. Του Νίκου      (πατινάδα)

    Από τα Αλώνια το μπουλούκι θα κατευθυνθεί προς τα Γαλάκια, όπου και θα στηθεί χορός κάτω από τα αιωνόβια πλατάνια. Μετά θα πάνε στο Στραβό Πλάτανο και από εκεί στο Τριώδι του Λάτση και μετά στου Λάμνια, για να καταλήξουν στα Καμμένα. Εκεί στήνεται χορός ατέλειωτος με πρωταγωνιστές τους παλιούς Γιανίτσαρους, αλλά και τους φίλους των παλικαριών που τους βοήθησαν στο ντύσιμο, τους δάνεισαν πάλες, κιουστέκια ή φλουριά και τους ακολουθούσαν όλη μέρα. Από τις τελευταίες πατινάδες που θα ακουστούν στη μακρά διαδρομή του μπουλουκιού, είναι αυτή «του Νίκου». Θα παιχτεί από τα Γαλάκια ως το Τριώδι του Λάτση. Το τραγούδι της πατινάδας αυτής δημιουργήθηκε από κάποιο πραγματικό περιστατικό γύρω στα 1900 και είναι πολύ γνωστό στην Προποντίδα και στη Θράκη. Αναφέρεται στον πνιγμό δύο παιδιών, στην γενική πίκρα που προξενεί ο χαμός τους και στην ματαιότητα των ταξιμάτων σε λίρες και φλουριά από τη μάνα για τη σωτηρία του παιδιού της, αφού η θάλασσα δεν τρώει λίρες και φλουριά αλλά «λιβέντικα πιντιά».

    Μια συννιφκιασμένη μέρα κι μια σκουτινή βραντιά

    βάρκις πάνουν άνου κάτου κι πνιγήκαν ντυό πιντιά.

    Το ΄να ήτανι ου Νίκους, του Θουδώρου του πιδί,

    τ΄άλλου ήταν Αρμινάκι κι πνιγήκανι μαζί.

    Σαν του μάθανι στην πόλη, όλοι λυπηθήκανι,

    χήρις, μάνις, παραμάνις στα μαύρα φουριθήκανι.

    Κι του Νίκου η μάνα τάζει, τάζει λίρις κι φλουριά,

    για να βγάλουν του πιδί της ζουντανό απ΄τα νιρά.

    Θάλασσα δεν τρώει λίρις, θάλασσα δεν τρώει φλουριά,

    μόνου τρώει παλικάρια κι λιβέντικα πιντιά.

     

    1. Μουσταμπέικος      (χορός)

    Το μπουλούκι θα φθάσει αργά το βράδυ στη συνοικία Καμμένα μέσω της διαδρομής Γαλάκια Στραβός Πλάτανος, Τριώδι του Λάτση και Κοραή. Σ΄αυτό το διάστημα οι πατινάδες που ακούγονται είναι επαναλήψεις όσων ήδη έχουν ακουστεί από το πρωί στη μεγάλη αυτή διαδρομή, που επαναλαμβάνονται είτε κατά τις υποδείξεις του καπετάνιου του μπουλουκιού είτε κατά την πρωτοβουλία των οργανοπαικτών.

     

    Στα Καμμένα, πρίν τα παλικάρια σφίξουν τα χέρια και χωρίσουν προσωρινά, για να πάνε στα σπίτια τους να ξεκουραστούν για λίγες ώρες, θα χορευτούν πολλοί χοροί, ανάμεσα στους οποίους είναι και ο Μουσταμπέϊκος, από τις δημοφιλέστερες μελωδίες της Αποκριάς στη Νάουσα. Χορεύεται κυκλικά, αλλά και με οφιοειδή σχήματα, ανάλογα με τις χορευτικές πρωτοβουλίες που μπορεί να αναπτύξει ένας καλός χορευτής. Είναι χορός που χορεύεται από όλο τον κόσμο και όχι μόνο από τις Μπούλες. Άγνωστη βέβαια παραμένει η ετυμολογία του ονόματος, παρά τη φανερή τουρκική προέλευση.

    Του πιδί μας του καλό

    ποιός του μάλουσιν αυτό,

    ποιός του μάλουσιν αυτό

    μι της μύγας του φτιρό;

     

    Έχει ου βασιλιάς κουρίτσι,

    έχουμι κι ΄μείς πιδί,

    να τ΄αρραβουνιάσουμι,

    να συμπιθιριάσουμι.

                           

                                                                            Νάουσα, Ιούλιος 1999

    Γιανίτσαροι και Μπούλες

    Μπούλες

     

    ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΑΤΙΝΑΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ

    ΜΕ ΖΟΥΡΝΑΤΖΗΔΕΣ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΨΑΘΑ

     

    Τάκης Μπάϊτσης

     

    ΝΑΟΥΣΑ

    Μια σύντομη ιστορική αναδρομή

     

    Ο χώρος, στον οποίο βρίσκεται η σημερινή Νάουσα, κατοικήθηκε από την αρχαία εποχή. Τα εύφορα εδάφη και η αφθονία των νερών προσέφεραν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να αναπτυχθούν οικισμοί και πόλεις, όπως οι Μακεδονικές Αιγές, η Μίεζα και το Κίτιο, που οι μελετητές τοποθετούν σε περιοχές γειτονικές με αυτή της Νάουσας.

     

    Παλαιότεροι κάτοικοι της περιοχής θεωρούνται οι Βρύγες – ονομάστηκαν Φρύγες όταν μετανάστευσαν στη Μικρά Ασία – από τους οποίους θεωρείται ότι οι Μακεδόνες πήραν κάποια πολιτισμικά στοιχεία, όπως είναι η λατρεία του Ορφέα Οίαγρου.

     

    Στη βυζαντινή περίοδο φαίνεται ότι η πόλη βρισκόταν στη θέση που σήμερα ονομάζεται Παλιονιάουστα.

     

    Αργότερα, το 1361 σύμφωνα με την παράδοση, ο Γαζή Εβρενός προέτρεψε τους κατοίκους της Παλιονιάουστας να συνοικίσουν τη σημερινή πόλη, που τότε πήρε το όνομα Αγοστός ή Νιάουστα – Νάουσα. Στην ίδρυση της πόλης ο Γαζή Εβρενός «συνεργάστηκε» με τον σύγχρονό του Δοχειαρίτη μοναχό Όσιο Θεοφάνη. Ο Όσιος, και μετέπειτα πολιούχος της Νάουσας, στήριξε το θρησκευτικό φρόνημα του λαού.

     

    Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας η Νάουσα ήταν υπό την προστασία της Βαλιδέ Σουλτάνας (της βασιλομήτορος) και, τουλάχιστον ως το τέλος του 18ου αιώνα, η ζωή σ’αυτήν ήταν ειρηνική. Οι κάτοικοί της, φιλοπρόοδοι και εργατικοί, καλλιεργούσαν τον αραβόσιτο και την άμπελο, από την οποία παρασκεύαζαν περίφημο κρασί. Μέχρι και σήμερα λέγεται η φράση «κρασί σαν της Νιάουστας το φέρουν’ς το μανδήλι». Παράλληλα όμως ασχολούνταν με το εμπόριο και με τέχνες, όπως είναι η υφαντική, η οπλοποιία, η μαχαιροποιία, η ξυλογλυπτική και η βαφική. Αναφέρεται ότι ως το 1822, οπότε η πόλη καταστράφηκε από τους Τούρκους, υπήρχαν σαράντα περίπου μικρές βιοτεχνίες που τα προϊόντα τους έφταναν μέχρι την Οδησσό, τη Μόσχα, τη Βιέννη, την Πέστη και τη Λειψία.

     

    Όμως και η ίδια η πόλη την περίοδο αυτή εξωραΐζεται. Κατοικίες της λεγόμενης μακεδονικής αρχιτεκτονικής, εκκλησίες με περίτεχνα ξυλόγλυπτα (Άγιος Γεώργιος), δημόσια κτίρια, όπως τα Εκπαιδευτήρια που είχαν και αξιόλογη συλλογή χειρογράφων, δήλωναν την οικονομική, κοινωνική και πνευματική ευμάρεια της πόλης.

     

    Στο ανθηρό αυτό περιβάλλον, που συνετέλεσε στο να θεωρηθεί η Νάουσα «ελευθέρα μητρόπολις των χριστιανών της εντεύθεν του Αξιού Μακεδονίας», κινήθηκαν και επιτόπιοι λόγιοι, όπως ο Θεοφάνης ο Ναουσαίος (μέσα του 18ου αι.) και ο Αναστάσιος Μιχαήλ (τέλη του 17ου-αρχές του 18ου αι.). Ο τελευταίος μάλιστα χρημάτισε και μέλος της Ακαδημίας του Βερολίνου.

     

    Η κατάσταση αυτή διήρκεσε περίπου ως τις αρχές του 19ου αιώνα, οπότε την πόλη κατέλαβε ο Αλή Πασάς για οκτώ περίπου χρόνια (1804-1812).

     

    Η ολοκληρωτική καταστροφή ήρθε λίγα χρόνια αργότερα. Η συμμετοχή των Ναουσαίων στην Επανάσταση του 1821 προκάλεσε την οργή του Σουλτάνου, ο οποίος κυριολεκτικά την ξεθεμελίωσε τον Απρίλιο του 1822.

     

    Η ζωή στην πόλη άρχισε πάλι να λειτουργεί, δειλά στην αρχή, περισσότερο συγκροτημένα αργότερα, και το 1832 απαντώνται ήδη οι πρώτες μαρτυρίες για την ανέγερση εκκλησιών. Ως το 1875, οπότε στην πόλη εμφανίστηκε η πρώτη οργανωμένη βιομηχανία (κλωστοϋφαντουργία Γ. Κύρτση, Ι. Τουρπάλη, Δ. Λόγγου), η Νάουσα «αναρρώνει» και κλιμακωτά φτάνει και πάλι σε ακμή. Οι κάτοικοί της ασχολούνται με τη σηροτροφία, την αμπελουργία και οι εμπορικές τους επαφές για άλλη μια φορά ξεπερνούν τα ελλαδικά όρια και φτάνουν ως την Αίγυπτο και τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Το 1842 στην πόλη εγκαθίσταται και ο αγιογράφος Ματθαίος Ιωάννου, πατέρας του επίσης αγιογράφου Χριστόδουλου Ματθαίου και ιδιοκτήτη του ομώνυμου κυλινδρόμυλου.

     

    Οι τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα βρίσκουν τη Νάουσα στην πρωτοπορία, όσον αφορά στο χώρο της βιομηχανίας.

     

    Συγχρόνως λόγω των εμπορικών σχέσεων και προσωπικών γνωριμιών των κατοίκων της με όλο τον τότε γνωστό κόσμο, στέκεται επικεφαλής στον Μακεδονικό Αγώνα και σε όλους τους μετέπειτα εθνικούς αγώνες.

     

    Η βιομηχανία της Νάουσας αποτέλεσε για την περίοδο από τον περασμένο αιώνα μέχρι και το μεσοπόλεμο ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο σε εθνικό, αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο. Με τη συμμετοχή Ναουσαίων και ανθρώπων από όλη την Ελλάδα, δημιουργήθηκε, μεγαλούργησε, μεσουράνησε και χάθηκε ανεπιστρεπτί. Αυτή τη βιομηχανία την έστησαν άνθρωποι πλούσιοι που διέθεσαν κεφάλαια, οράματα, μόρφωση, αλλά και άνθρωποι φτωχοί, που διέθεσαν τον εαυτό τους στους χώρους της δουλειάς, αψηφώντας παντελώς τους κινδύνους ακόμη και για την ίδια τους τη ζωή. Όλοι αυτοί οι επώνυμοι και ανώνυμοι δουλευτές της πατρίδας μας, ο καθένας από το δικό του μετερίζι, κατάφεραν και στόλισαν τη μικρή μας πόλη με ότι καλύτερο υπήρχε στην Ευρώπη. Όλα τα σχολεία, οι εκκλησίες, τα νοσοκομεία, το στάδιο και τόσα άλλα ακόμη είναι καρπός της πετυχημένες βιομηχανικής ανάπτυξης και της αγάπης των παιδιών της Νάουσας γι’αυτήν.

     

    Για τις θυσίες και τη συμμετοχή της στην Επανάσταση του 1821, για τη λευτεριά και την ανεξαρτησία του Έθνους, χαρακτηρίστηκε το 1955 από την Πολιτεία, ως «Ηρωική πόλη της Ελλάδας».

     

    Από το βιβλίο του Τάκη Μπάιτση «Νάουσα. Οι βιομηχανίες του χθές», Έκδοση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ημαθίας, Βέροια 1997, σελ.17,21

    Λευτέρης Δρανδάκης

     

    Μπούλες

    Ένα πολυσήμαντο οργανωμένο θέαμα στη Νάουσα Ημαθίας

     

    Αποκριές. Μια ανατρεπτική, σε σχέση με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, περίοδος. Όλα θέλει ο λαός να τα ανατρέψει, να τα αναποδογυρίσει και παράλληλα να τα σατιρίσει. Η αθυροστομία γίνεται κανόνας για μερικές μέρες εκεί, όπου τον υπόλοιπο χρόνο κάθε σεξουαλικό υπονοούμενο είναι τουλάχιστον απαράδεκτο. Την ίδια περίοδο π.χ. η σάτιρα των παπάδων και των εκκλησιαστικών τροπαρίων γίνεται κανονική σάτιρα, η ευπρεπής εμφάνιση (από απόψεως ενδυμάτων) εξαφανίζεται με κάθε λογής αυτοσχέδιες μεταμφιέσεις και γενικά επιδιώκεται μια ανατροπή των πάντων. Μέσα στη γενικότερη ανατρεπτική αταξία των εθίμων των εβδομάδων της Αποκριάς υπάρχουν μερικά έθιμα που σχεδόν εκπλήσσουν με την τυποποιημένη εθιμικής τους ευπρέπεια, την πειθαρχημένη συμμετοχή των τελεστών και την απαράμιλλη αισθητική τους, την ίδια στιγμή που οι πάντες επιδιώκουν ακριβώς το αντίθετο.

     

    Τέτοιο έθιμο, ίσως το λαμπρότερο παράδειγμα του ελλαδικού χώρου, είναι το έθιμο της Μπούλας στη Νάουσα Ημαθίας. Οι Μπούλες ή οι Γιανίτσαροι και οι Μπούλες είναι τα συνήθη ονόματα που δίδονται για το εξαιρετικά ενδιαφέρον αυτό χορευτικό δρώμενο. Στο έθιμο δίδουμε αυτό το χαρακτηρισμό ακριβώς επειδή στηρίζεται στο χορό και χωρίς αυτόν δεν μπορεί να τελεστεί. Η δράση των ανθρώπων που συμμετέχουν στην τέλεσή του είναι δράση χορευτική, γι’αυτό και χωρίς αυτήν η τέλεση του εθίμου είναι αδύνατη.

     

    Τα βασικά στοιχεία του εθίμου είναι : 1) η θιασική και πειθαρχημένη συγκρότηση ομάδας, που προϋποθέτει την αυστηρή αποδοχή ορισμένων κανόνων για συμμετοχή σ’αυτήν. 2) Η τυποποιημένη σύμφωνα με την παράδοση μεταμφίεση, ανάλογα με τον ρόλο του κάθε μέλους. 3) Η αυστηρή τήρηση των βασικών κανόνων τέλεσης του εθίμου, όπως το φύλο των τελεστών (μόνο άνδρες), το χορευτικό και μουσικό ρεπερτόριο, τα μουσικά όργανα, πάνω στα οποία θα στηριχθεί ο χορός του θιάσου, το δρομολόγιο που θα ακολουθηθεί κ.ά. 4) Το Οργανωμένο θέαμα.

     

    Οι Μπούλες είναι έθιμο παλαιότατο. Δύσκολα βέβαια μπορούμε σήμερα να ανιχνεύσουμε τις απαρχές του, όπως συμβαίνει με τα περισσότερα από τα έθιμά μας. Όμως, όλα τα στοιχεία του (συγκρότηση θιάσου, δράση τελεστών, μεταμφίεση, φόρμες χορών κ.ά.) μας οδηγούν σε χρόνους παλαιούς. Αν είναι ή όχι μετάπλαση πρωτόγονων προδιονυσιακών τελετών με κύριο στόχο την ευετηρία, ίσως και να μην έχει μεγάλη σημασία. Αυτό όμως που θεωρούμε πολύ σημαντικό είναι ότι στη μακραίωνη ιστορία του, το έθιμο μεταπλάθει και παράλληλα ενσωματώνει στα επί μέρους στοιχεία του την τοπική παράδοση, τους μύθους, τους θρύλους και τους ηρωικούς αγώνες της τοπικής κοινότητας.

     

     

    Σήμερα μας παραδίδεται μια μορφή τέλεσης του εθίμου που διέπεται από τους κανόνες της μετάπλασης και προσαρμογής σε νεότερες οικονομικοκοινωνικές συνθήκες.

     

    Ο χώρος δεν επιτρέπει να αναφερθούμε αναλυτικά στις επιμέρους φάσεις του εθίμου. Μόνο ενδεικτικά θα πούμε λίγα λόγια για τα χαρακτηριστικότερα από τα στοιχεία του.

     

    Συγκρότηση του «θιάσου»

     

    Οι τελεστές  ήταν και είναι πάντα νέοι άνδρες. Ο αριθμός τους τα παλαιότερα χρόνια φαίνεται να ήταν από έξι μέχρι δώδεκα, ενώ σήμερα μπορεί να συμμετέχουν και περισσότεροι. Στο θίασο (το μπουλούκι, όπως το ονομάζουν οι Ναουσαίοι) από παλαιά έπαιρναν μέρος και μικρά αγόρια που όμως δεν ήταν ποτέ πολλά. Σήμερα, μια από τις περισσότερο εμφανείς αλλαγές στη συγκρότηση του μπουλουκιού είναι η συμμετοχή πληθώρας μικρών αγοριών.

     

    Οι μεταμφιέσεις

     

    Δύο είναι οι κύριες μορφές μεταμφίεσης του μπουλουκιού, αυτή του Γιανίτσαρου και αυτή της Μπούλας. Για τα μικρά αγόρια που συμμετέχουν, η μεταμφίεσή τους είναι μια απλοποιημένη μορφή της ενδυμασίας του Γιανίτσαρου, ενώ δεν μαρτυρείται μεταμφίεση σε Μπούλα μικρών αγοριών. Η Μπούλα ή οι Μπούλες κάθε μπουλουκιού δεν είναι ποτέ πολλές, συνήθως μέχρι δύο. Είναι όμως τόσο έντονη η παρουσία τους, που το όνομά τους χαρακτηρίζει ολόκληρο το έθιμο. Ο άνδρας που θα μεταμφιεσθεί σ’αυτή τη γυναικεία μορφή σήμερα φορά μια παραφθορά της τοπικής γυναικείας αστικής ενδυμασίας, έτσι όπως μας παραδίδεται από τα τέλη του 19ου αιώνα.

     

    Ο Γιανίτσαρος, κατά την ίδια εποχή, όπως φαίνεται από το πλήθος των φωτογραφικών ντοκουμέντων, μεταμφιέζεται φορώντας όλα τα εξαρτήματα ενός καλά ντυμένου φουστανελοφόρου με πολλά κοσμήματα, καθώς παλαιότερα συνηθιζόταν στις γιορτινές ημέρες.

     

    Αυτό που ουσιαστικά διαφοροποιεί το ένδυμα και το μετατρέπει σε μεταμφίεση είναι η εντυπωσιακή μάσκα που φορούν οι τελεστές, ο πρόσωπος όπως τον ονομάζουν, και τα κεφαλοκαλύμματα, διαφορετικό βέβαια για την Μπούλα και για τον Γιανίτσαρο. Εκείνο όμως που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και δεν είναι εύκολο να μεταφερθεί εδώ, είναι η κατασκευή της κατάλευκης μάσκας που πάντα γινόταν από ειδικούς τεχνίτες. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε ότι πάνω σε ειδικό καλούπι τοποθετείται χοντρό πανί και πάνω σ’αυτό γύψος. Στο εσωτερικό της μάσκας βάζουν αληθινό κερί, γιατί αυτό λένε θα κρατήσει δροσερό το πρόσωπο αυτού που το φορά. Το μουστάκι για τη μάσκα του Γιανίτσαρου θα γίνει από αλογότριχα και κατράμι. Χαρακτηριστικό και των δυο τύπων μάσκας (γυναικείας και ανδρικής) είναι τα πολύ μικρά μάτια και το επίσης μικρό στόμα. Αληθινή δοκιμασία και τα δύο για όσους τη φορούν. Το να πιούν νερό και να καπνίσουν δεν είναι καθόλου εύκολο. Παλαιότερα που το έθιμο ετηρείτο πολύ πιο αυστηρά απ’ ότι σήμερα, είχαν ειδικό καλαμάκι για να πιούν νερό και ειδικό τσιμπούκι για το κάπνισμα. Πολλά από τα διακοσμητικά στοιχεία της μάσκας με την πάροδο του χρόνου αποκτούν συμβολική σημασία. Παράδειγμα ότι γράφει ο Τ. Μπάϊτσης για «τον πρόσωπο»: «Το κατάλευκο χρώμα συμβολίζει τη νεκρότητα της φύσης και του Ελληνισμού σε αντίθεση με τα κόκκινα μάγουλα που δίνουν ένα ζωντάνεμα που σιγοφαίνεται και που θα πλημμυρίσει σ’ όλες τις καρδιές του σκλαβωμένου γένους. Το κίτρινο βαράκι πάνω στο μέτωπο μπήκε πρώτα στη Μπούλα, διακριτικό παντρεμένης Ανατολίτισσας και μετά προσαρμόστηκε στον πρόσωπο του Γιανίτσαρου, για ομορφιά, αλλά και για να συμβολίσει ότι η σκλαβιά πεθαίνει».

     

    Δύο είναι λοιπόν οι μορφές που κυριαρχούν στο δρώμενο. Η γυναικεία μορφή της Μπούλας (νύφης) που με το γεμάτο λουλούδια κεφαλοκάλυμα, το μακρύ φουντωμένο με συρματένια στεφάνια φόρεμα, τα λευκά γάντια στα χέρια, «τα ψιλά ασήμια» στο στήθος, τη μεταξωτή ζώστρα και τα άλλα εξαρτήματα της τοπικής γυναικείας ενδυμασίας (γιλέκο, τραχηλιές, πόρπη και χρυσοκέντητη ζώνη) δημιουργούν μια εντυπωσιακή μεταμφίεση, μοναδική στον ελλαδικό χώρο. Παρατήρηση σημαντική: παρόλο που ο άνδρας φορά αυτά τα ενδύματα, ποτέ δεν τα γελοιοποιεί με τη συμπεριφορά του. Η κομψότητα και η σοβαρότητα, με την οποία πρέπει να τα φορέσει, είναι δεδομένη και η συμπεριφορά του ως γυναικείας μορφής του θιάσου καθ’ όλη τη διάρκεια του εθίμου δεν έχει καμιά θηλυπρέπεια. Δεν υπάρχει ποτέ γελοία συμπεριφορά, λόγω της Αποκριάς που υπονοεί γελοιότητες, αλλά μια διαρκής σοβαρότητα που δεν αποκλείει βέβαια αστειότητες.

     

    Η ανδρική μορφή του Γιανίτσαρου με τα πολλά ασήμια (νομίσματα) στο στήθος, τους τοκάδες με τις αλυσίδες, τα γιουρντάνια, τα κιουστέκια, τα χαϊμαλιά, το μεγάλο σπαθί (την πάλα) στο χέρι, το πολύπλοκο δέσιμο στο κεφάλι του ταράμπουλου (μεγάλο τρίφυλλο μακρύ μαντίλι) και όλα τα άλλα απαραίτητα στοιχεία, όπως η κατάλευκη φουστανέλα, το σελάχι στη μέση κλπ. φορεμένα πάντα με ένα τρόπο θαυμαστό, λεβέντικο, με μια στάση κορμιού ανεπανάληπτη, δημιουργούν τον πιο κομψό και παράλληλα τον πιο λεβέντη μεταμφιεσμένο που τουλάχιστον εγώ έχω συναντήσει. Γιατί οι Ναουσαίοι έχουν μια πολύ αυστηρή προφορική παράδοση που καταλυτικά επιδρά και επιβάλλει άγραφους αισθητικούς κανόνες πάνω στην ένδυση τόσο του Γιανίτσαρου, όσο και της Μπούλας, ώστε κανείς δεν τολμά να μην είναι άψογα ντυμένος και σύμφωνα με τα πατροπαράδοτα. Η κριτική που ασκείται από την κοινότητα είναι καθοριστική. Παρ’ όλο που με το πέρασμα των χρόνων πολλά από τα εξαρτήματα των ενδυμασιών (ταράμπουλα, σαλταμάρκες – γυναικεία γιλέκα – κοσμήματα, πάλες κλπ.) δεν υπάρχουν, η αντικατάστασή τους έχει γίνει με πολλή περίσκεψη και με πολύ καλές κατασκευές, σε σύγκριση με αυτό που υπάρχει σήμερα. Αξιοσημείωτο είναι όμως ότι όλα φοριούνται με μια ανεπανάληπτη λεβεντιά.

     

    Η δράση του μπουλουκιού

     

    Η συγκρότηση της ομάδας που θα βγει στο έθιμο αρχίζει βέβαια πολύ πριν από την Αποκριά. Το ενδιαφέρον της παρέας που θα μεταμφιεσθεί είναι να καθορίσει ποιος θα είναι ο αρχηγός, να βρεθούν και να εξασφαλισθούν τα όργανα που θα παίξουν και αμέσως μετά να βρεθούν οι φορεσιές και κυρίως τ’ ασήμια, που τα παλιότερα χρόνια δεν τα είχαν όλοι, γι’ αυτό και τα έπαιρναν δανεικά από άλλους. Μπορούσαν να ταξιδέψουν πολύ μακριά, αρκεί να εξασφαλίσουν πολλά και ωραία ασήμια. Οι μεγαλύτεροι και παλαιότεροι Γιανίτσαροι δανείζουν πάντα στους νεότερους εξαρτήματα από τις φορεσιές τους.

     

    Τα μουσικά όργανα για το έθιμο ήταν πάντα –και εξακολουθούν να είναι και σήμερα- μόνο οι ζουρνάδες με το νταούλι. Δεν νοείται κανένα άλλο μουσικό όργανο να παίξει για το θίασο, ενώ την ίδια στιγμή στα κοινά γλέντια των διασκεδάσεων στους δρόμους μπορεί και να ακουστεί καμιά γκάιντα ή και καμιά κομπανία από χάλκινα. Τα όργανα όμως που ταιριάζουν τις μέρες του καρναβαλιού στη Νάουσα είναι μόνο οι ζουρνάδες. Σήμερα δύο είναι οι γνωστότερες οικογένειες ζουρνατζήδων, του Τρύφωνα Παζαρέντζη και του Βαγγέλη Ψαθά. Η τελευταία θεωρείται και είναι πράγματι μια οικογένεια εξαίρετων μουσικών που ο γενάρχης της Βαγγέλης Ψαθάς παίζει στο έθιμο πάνω από σαράντα χρόνια.

     

    Το πρώτο ντύσιμο των τελεστών άρχιζε την παραμονή της Κυριακής της Απόκρεω. Παλαιότερα άρχιζαν αρκετά νωρίς από το Σάββατο το βράδυ, γιατί όλα τα ασήμια ραβόταν επάνω στα ρούχα του Γιανίτσαρου, για να είναι γερά και να αντέξουν στους χορούς που δύο μέρες στη συνέχεια θα έκανε. Σήμερα όμως το ντύσιμο αρχίζει νωρίς την Κυριακή της Απόκρεω, γιατί ο μεγάλος όγκος των ασημιών είναι ήδη έτοιμος, ραμμένος πάνω σε ένα ειδικά για την περίσταση κατασκευασμένο γιλέκο. Παρά ταύτα, η προετοιμασία του νεαρού άνδρα λαμβάνει τελετουργικό χαρακτήρα. Ολόκληρη η οικογένεια είναι επί ποδός, συχνά λένε και κανένα τραγούδι, ανταλλάσουν ευχές και δεν περιγράφεται το εξαίρετο ενδιαφέρων όλων για την κομψότητα του παιδιού τους. Είναι ακριβώς το ίδιο με το ντύσιμο ενός γαμπρού. Καμιά διαφορά δεν υπάρχει στην τελετουργία του ντυσίματος της Μπούλας. Τελευταίος θα φορεθεί ο πρόσωπος με το ταράμπουλο. Ειδικοί τεχνίτες έχουν φτιάξει το περίπλοκο κεφαλοδέσιμο που πρέπει να είναι πολύ καλά δεμένο, για να αντέξει στις μεγάλες διαδρομές και τους χορούς που θα κάμει η Μπούλα.

     

    Τα όργανα, οι ζουρνατζήδες, θα κινήσουν πρωί πρωί για να μάσουν (να συγκεντρώσουν) το μπουλούκι. Το δρομολόγιο έχει συμφωνηθεί από την προηγουμένη. Τα όργανα δεν θα μαζέψουν τα μικρά αγόρια. Αυτά πηγαίνουν με τους πατεράδες τους στα σπίτια των μεγαλύτερων. Με ειδική για την περίσταση μελωδία, που δεν χορεύεται, θα φθάσουν στο σπίτι του κάθε μεταμφιεσμένου με πρόσωπο άνδρα. Εκείνος συνήθως, με το άκουσμα των οργάνων, θα βγει στο παράθυρο. Από εκεί θα χαιρετίσει το μπουλούκι που έρχεται να τον πάρει. Με χαρακτηριστικά τινάγματα του κορμιού, θα κάμει τα πολλά νομίσματα του στήθους του να ηχήσουν μεθυστικά και παράλληλα θα ανοίξει περήφανα και ανοιχτόκαρδα τα χέρια του σ’ ένα όλο ένταση και μεγαλοπρέπεια καλωσόρισμα των συντρόφων του. Αμέσως μετά «θα πάρει χέρι τους δικούς του», δηλαδή τους αποχαιρετά με τον ειδικό τρόπο που έχουν οι Γιανίτσαροι να χαιρετούν: πηδούν στα πόδια τους και ταυτόχρονα κάνουν τα νομίσματα του στήθους τους να κτυπούν. Η συγκίνηση της αναχώρησης είναι μοναδική. Όλη η οικογένειά του τον αποχωρίζεται, εκείνος φεύγει σαν να πηγαίνει σε μεγάλο και δύσκολο αγώνα. Στην εξώπορτα θα κάμει τρεις φορές το σταυρό του, «θα πάρει χέρι» αυτούς που ήρθαν να τον πάρουν και αμέσως θα ενταχθεί σαν ισότιμο μέλος στο μπουλούκι, θα ζευγαρώσει με κάποιον άλλο και έτσι με απόλυτη τάξη και συντεταγμένοι δύο-δύο θα κινήσουν για τον επόμενο Γιανίτσαρο.

     

    Η Μπούλα ετοιμάζεται κι αυτή τελετουργικά από την οικογένεια του άνδρα που θα την υποδυθεί. Είναι ένας ρόλος που πρέπει να παιχθεί με τρόπο σοβαρό και υπερήφανο και αυτό γίνεται πάντα.

     

    Η Μπούλα πριν αναχωρήσει, θα φιλήσει το χέρι των δικών της, όπως επίσης και αυτών που ήρθαν να την πάρουν και από εδώ θα αρχίσει να μαζεύει τα χρήματα που της δίδουν οι θεατές φίλοι. Έρανο θα τον ονομάσουν οι Ναουσαίοι για τις περιόδους των αγώνων, «για να γίνουν μπαρουτόβολα και ζαϊρέδες γι’ αυτούς που βρίσκονται στο βουνό και πολεμούν για τη λευτεριά του Γένους. Για τους ανυπότακτους κλέφτες Νιαουστιανούς και αργότερα για τους Μακεδονομάχους». Αφού η Μπούλα φιλήσει τα χέρια των παρευρισκόμενων, θα τοποθετηθεί ανάμεσα σε δύο «προστάτες» Γιανίτσαρους. Αυτοί θα την κρατήσουν από τα χέρια και σχηματίζοντας μια τριάδα θα ενταχθούν περίπου στη μέση του μπουλουκιού.

     

    Σιγά σιγά σχηματίζεται μια πομπή ανεπανάληπτη. Η αισθητική της είναι μοναδική. Προηγούνται τα πιο μικρά αγόρια που δεν φορούν πρόσωπο και ακολουθούν τα μεγαλύτερα. Μετά τοποθετούνται οι νεότεροι Γιανίτσαροι, στη μέση περίπου αυτοί που κρατούν τη Μπούλα και τελευταίοι οι παλαιότεροι και πιο έμπειροι και ο αρχηγός του μπουλουκιού.  Δίπλα τους οι οργανοπαίκτες, για να παίρνουν εντολές. Οι πάλες είναι στα θηκάρια τους, τα νομίσματα κτυπούν κατά καιρούς από τα τεχνικά τινάγματα του στήθους, τα χέρια με τα μαντίλια δεμένα στην παλάμη ανοιχτά σε μια κίνηση υπέρτατης συμμετοχικής έκστασης. Ο χορός δεν έχει αρχίσει ακόμα. Έτσι όπως πειθαρχημένα προχωρούν ανάμεσα στους δρόμους της πόλης όλοι όσοι μετέχουν, παρουσιάζουν ένα οργανωμένο λαϊκό θέαμα εξαίρετης αισθητικής. Οι αποκριάτικες αυτοσχέδιες μεταμφιέσεις των άλλων κατοίκων ή επισκεπτών της Νάουσας, που συνυπάρχουν δίπλα σ’ αυτή την τελετουργική πομπή και συχνά γελοιοποιούν τα πάντα, μοιάζουν ομολογουμένως παράταιρες. Από τη μια μεριά οι λαϊκές αποκριάτικες αστειότητες και ότι πιο απείθαρχο, αλλοπρόσαλλο και γελοίο μπορεί να σκαρφιστεί η λαϊκή φαντασία και από την άλλη η αυστηρή τήρηση συμπεριφορών και κανόνων, το οργανωμένο θέαμα, η τελετουργία.

     

    Η τελετουργική πομπή προχωράει αργά με τελικό προορισμό την πλατεία του Δημαρχείου και υπολογίζουν να φθάσουν εκεί κοντά στο μεσημέρι. Παλαιά συνήθεια από την εποχή της Τουρκοκρατίας, η χορευτική δράση του μπουλουκιού να ξεκινά μετά την επίσκεψη στον άρχοντα της πόλης στο κονάκι του, από τον οποίο έπρεπε να δοθεί στον αρχηγό του μπουλουκιού άδεια για την τέλεση του εθίμου. Σήμερα όλα τα μπουλούκια θα επισκεφθούν το Δημαρχείο και μετά θα αρχίσουν τη μακριά χορευτική τους πορεία μέσα στους δρόμους της Νάουσας. Εδώ έχει σχηματιστεί ένας υπέροχος θεατρικός χώρος, αφού όλοι οι φίλοι και συγγενείς των τελεστών μαζεύονται για να δουν τους δικούς τους. Τους αναγνωρίζουν μόνο από τα σημάδια που συχνά έχουν δώσει, όπως μαντίλια για το χέρι, κιουστέκια ή άλλα κοσμήματα. Αμέσως μόλις η ομάδα φθάσει στην πλατεία και ο αρχηγός πάει να δώσει τα «διαπιστευτήρια» του μπουλουκιού του στο Δήμαρχο, αρχίζει και η χορευτική δράση του θιάσου, με πρώτη μια ελευθέρου τύπου μελωδία (Ζαλιστός). Ο ζουρνάς και το νταούλι ηχούν δυνατά, ενώ οι Γιανίτσαροι κατά ζεύγη κτυπούν με νευρικές κινήσεις τα νομίσματα του στήθους τους και στη συνέχεια ένας από κάθε ζεύγος βοηθούμενος από το σύντροφό του που τον κρατά πίσω στην πλάτη, κάνει μια υπερέκταση προς τα πίσω. Η χορευτική δραστηριότητα αρχίζει μ’ αυτή την στατική όρχηση. Την ίδια στιγμή η Μπούλα κάνει βαθιά υπόκλιση. Ο κόσμος σωπαίνει και χαίρεται αυτή τη στιγμή, γιατί είναι εμφανές πως μια μακρά τελετουργία αρχίζει πια και επίσημα.

     

    Αμέσως μετά αρχίζουν οι πατινάδες με τη μελωδία «Κάτω στη Ρόιδο», από το γνωστό και σε άλλα μέρη τραγούδι «Κάτω στη Ρόιδο, στη Ροϊδοπούλα, Τούρκος αγάπησε μια Ρωμιοπούλα». Ακολουθεί ο Θούριος του Ρήγα «Ως πότε παλικάρια θα ζούμι στα στενά, μονάχοι σα λιοντάρια στις ράχες στα βουνά» και βέβαια βγαίνουν οι πάλες από τα θηκάρια τους. Στη συνέχεια εδώ στην πλατεία του Δημαρχείου, πριν ξεκινήσουν για τη μεγάλη πορεία, θα χορευτεί ο χορός Παπαδιά με πρωτοσυρτή τον αρχηγό του μπουλουκιού. Ακόμα μια Μπούλα θα σύρει τη Μακρινίτσα και θα ακολουθήσει ο Νιζάμικος, ίσως ο πιο ζωηρός από τους ομαδικούς χορούς του ρεπερτορίου της ημέρας. Ανάλογα με το χρόνο που έχει το κάθε μπουλούκι μπορεί να χορέψει ένα ή δύο χορούς ακόμα. Αμέσως μετά αρχίζει το καθορισμένο από την παράδοση δρομολόγιο από τη Δημαρχία μέχρι το μαχαλά (συνοικία) Αλώνια, όπου θα βγάλουν τις μάσκες. Επίσης η προφορική παράδοση καθορίζει και τις πατινάδες από μαχαλά σε μαχαλά, σε αντίθεση με τους χορούς που θα χορέψουν στις πλατείες κατ’ επιθυμία των πρωτοχορευτών.

     

    Το χορευτικό ρεπερτόριο

     

    Για τους πρωταγωνιστές του θιάσου το χορευτικό ρεπερτόριο είναι, όπως ήδη γράψαμε, η μελωδία Παπαδιά και ακόμα μια άλλη μελωδία με το όνομα Παλιά Παπαδιά (δηλαδή ο τσιάμικος), ο Νταβέλης, ο Σωτήρης, χοροί κατεξοχήν αυτοσχεδιαστικοί, αφού ο πρωταγωνιστής– πρωτοσυρτής μπορεί να επιδείξει όλη τη χορευτική του δεινότητα σε ύφος και τεχνική. Αυτού του τύπου οι χοροί είναι μοναδικοί στον ελλαδικό χώρο, γιατί ένα μεγάλο μέρος τους στηρίζεται σε μελωδίες ελευθέρου ρυθμικού τύπου. Η κίνηση πάνω σε τέτοιου τύπου μελωδίες δεν είναι καθόλου εύκολη ούτε για τον καθένα, γι’ αυτό άλλωστε δεν χορεύονται από πολλούς. Ένας καλός χορευτής πρέπει να αναπτύξει ένα ουσιαστικό, χωρίς λόγια, διάλογο με τα όργανα, έτσι ώστε ο χορός να γίνει αμφίπλευρη δημιουργική στιγμή ανάμεσα στο μερακλή μουσικό και στο χορευτή – δημιουργό. Η Παπαδιά και οι όμοιοι μ’ αυτήν χοροί είναι από τη φύση τους χοροί τελετουργικοί, αλλά και εξαιρετικά ενδιαφέροντες, αφού οι χορευτικές πρωτοβουλίες του πρωτοσυρτή μπορούν να φθάσουν στον δημιουργικό αυτοσχεδιασμό. Ο πρωτοχορευτής μετατρέπεται σ’ ένα θαυμαστό λαϊκό δημιουργό και είναι τύχη, αλλά και χαρά και αισθητική απόλαυση για όλους, όσοι παρευρίσκονται σε τέτοιες στιγμές λαϊκής δημιουργίας.

     

    Ο Νιζάμικος είναι ένας άλλος χορός που επίσης θα χορευτεί πολλές φορές, κυρίως από τους νεότερους. Σε όλους αυτούς τους κατεξοχήν ανδρικούς χορούς, η Μπούλα συμμετέχει ελάχιστα. Κινείται συμβολικά μαζί με τους άλλους Γιανίτσαρους, αλλά ο δικός της χορός είναι η μελωδία Μακρινίτσα, τραγούδι ταυτισμένο με τη θυσία των γυναικών στο χαλασμό της Νιάουστας το 1822.

     

    Αν από τα μικρά αγόρια που συνοδεύουν το θίασο κάποιο μπορεί να τα καταφέρει καλά στο χορό, ο αρχηγός θα ορίσει πότε και σε ποιο σημείο (κοντά στο σπίτι του, εκεί που βρίσκονται οι δικοί του) θα μπει πρώτος στον κύκλο και θα χορέψει σαν πρωτοσυρτής, ενώ όλοι θα τον σεβαστούν σαν μεγάλο. Όσο ο θίασος βρίσκεται σε πορεία και φοράει τις μάσκες, κανείς από τους θεατές δεν επιτρέπεται να χορέψει μαζί τους ούτε βέβαια να σύρει μη μεταμφιεσμένος το χορό. Αυτό μπορεί να γίνει, αφού βγουν οι μάσκες, γιατί από τότε και μετά οι χοροί χάνουν την τελετουργική τους εκτέλεση και ο χορός μεταπίπτει περισσότερο σε λαϊκό πανηγύρι. Οι πατινάδες συμπληρώνουν το χορευτικό ρεπερτόριο της ημέρας και είναι πολλές. Σχεδόν σε κάθε δρόμο παίζεται και διαφορετική μελωδία. Βραδιάζοντας φτάνουν στο μαχαλά Αλώνια με την πατινάδα «Δι σ’ άρισαν τα’ Αλώνια, Μαρίγια, τα’ Αλώνια μαχαλά…» όπου και βγάζουν τις μάσκες.

     

    Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πόσο περίπλοκο γίνεται το ρεπερτόριο του θιάσου κυρίως από απόψεως ποικιλίας μελωδιών. Αυτό σημαίνει πως εκείνος που επωμίζεται το βάρος της εκτέλεσης των τραγουδιών είναι ο ένας ζουρνατζής. Πόση γνώση των τραγουδιών πρέπει να έχει και πόση αντοχή, για να τα βγάλει πέρα με τις επιθυμίες των χορευτών, αλλά και με όσα άλλα τραγούδια ή πατινάδες πρέπει να γνωρίζει! Για να χορέψουν καλά, πρέπει να τους παίζουν και καλά. Γι’ αυτό οι αμοιβές των καλών ζουρνατζήδων είναι σήμερα πολύ υψηλές, αλλά και η κούραση και η ευθύνη τους μεγάλη. Στις πατινάδες οι χορευτές τοποθετούνται σε δύο γραμμές κατά μήκος του δρόμου και κρατούν τα σπαθιά τους από την άκρη. Σε ορισμένα γυρίσματα των μελωδιών το σπαθί κρατιέται κανονικά από τη λαβή του και κάθε Γιανίτσαρος το σταυρώνει, κτυπώντας το με το σπαθί του συντρόφου του. Η πατινάδα από ελεύθερος χορός γίνεται για λίγο αντικριστός, αλλά πάλι ξαναγυρίζει στη βασική της φόρμα που είναι χορός πομπικός ελεύθερος.

     

    Στο μαχαλά Αλώνια η τελετουργική πορεία μπορεί να θεωρηθεί ότι τελειώνει, αλλά όχι και η χορευτική δραστηριότητα του μπουλουκιού. Ο χορός ανοίγεται και συμμετέχουν παλαιοί τελεστές του εθίμου και καλοί χορευτές, αφού κάποιος από τους Γιανίτσαρους ή Μπούλα θα τον σύρει για να χορέψει μαζί τους. Από τη στιγμή που θα σπάσει η θιασική εξάρτηση και τέλεση των χορών, κατά τη γνώμη μου, μειώνεται και η τελετουργική υφή του εθίμου. Από τ’ Αλώνια θα πάνε στα Γαλάκια και από εκεί μέχρι το Στραβό τον Πλάτανο. Τελικά θα φθάσουν στα Καμμένα, όπου πολλοί τους περιμένουν. Οι χοροί εδώ μπορεί να είναι πολλοί και ποικίλοι, αφού η συμμετοχή γενικεύεται και η ανταγωνιστική πλευρά των καλών χορευτών δεν αποκλείεται, αλλά ο χορός δεν έχει πια την τελετουργική υφή που είχε, όταν εκτελεστής ήταν μόνο ο θίασος των μεταμφιεσμένων όση ώρα φορά τις μάσκες. Από τους μεγάλους κατά τη διάρκεια της μέρας δεν αποχωρεί ποτέ κανείς, αλλά από τα μικρά παιδιά συχνά σημειώνονται διαρροές, μια και η κούραση είναι πολύ μεγάλη για να την αντέξουν.

     

    Τα μέλη του μπουλουκιού κάποια στιγμή αρχίζουν να χαιρετιούνται και να αποσύρονται στα σπίτια τους για ξεκούραση. Σήμερα που το ντύσιμο έχει γίνει ευκολότερο, θα βγάλουν τα ρούχα τους για να ξεκουραστούν, τα παλιότερα όμως χρόνια δεν έβγαζαν παρά τις πάλες και τα τσαρούχια τους, μια και τα ασήμια όλα ήταν ραμμένα πάνω στο πισλί (γιλέκο).

     

    Οι επόμενες μέρες

     

    Το πρωί της Τυρινής Δευτέρας το πρόγραμμα του θιάσου είναι πιο χαλαρό και καθόλου τελετουργικό. Χωρίς πια τη μάσκα θα μαζευτούν όλοι, χωρίς μάσιμο από τα όργανα, στο σπίτι του αρχηγού του μπουλουκιού. Εδώ θα γίνει ένα μικρό οικογενειακό γλέντι με τους οικείους του αρχηγού. Μετά θα πάνε πάλι με πατινάδα στο Κονάκι (Δημαρχία), θα χορέψουν λίγο και στη συνέχεια θα αρχίσουν ένα είδος αγερμού στα σπίτια όλων των ντυμένων που συμμετείχαν στο θίασο και σε σπίτια που τους έχουν καλέσει. Τους περιμένουν βέβαια παντού πλούσιοι μεζέδες και καλό κρασί. Το μουσικό και χορευτικό ρεπερτόριο αυτή τη μέρα δεν έχει την αυστηρότητα της προηγούμενης και όπου υπάρχουν παλιοί τραγουδιστάδες, θα πουν τραγούδια του παλιού καιρού, μα τίποτα δεν αποκλείει να ακουστούν και πολύ νεότερα. Εξαρτάται πάντα από τους ζουρνατζήδες και από το κέφι της στιγμής. Επίσης χορεύουν και εκτός θιάσου πολλοί μερακλήδες φίλοι ή συγγενείς τους. Το βράδυ, αφού τελειώσουν τις υποχρεώσεις που έχουν, θα χαιρετιστούν και θα γυρίσουν σπίτια τους. Πέντε μέρες τους μένουν για τις καθημερινές δικές τους υποθέσεις και για να ξεκουραστούν.

     

    Η Κυριακή της Τυρινής είναι η μέρα που θα επαναληφθεί το έθιμο ακριβώς, όπως και την Κυριακή της Απόκρεω. Μόνο που τώρα ο κόσμος που παρακολουθεί είναι πολύ περισσότερος, οι χοροί όμως είναι οι ίδιοι, όπως και το δρομολόγιο.

     

    Την Καθαρή Δευτέρα δεν θα επισκεφτούν τα σπίτια των φίλων και δικών τους, αλλά χωρίς ο πρόσωπος να τους δυναστεύει, θα κάνουν το ίδιο δρομολόγιο με μεγαλύτερη άνεση. Στα Καμμένα αργά το βράδυ θα στηθεί ο τελευταίος χορός. Η συγκίνηση των τελεστών είναι μεγάλη. Τα κατάφεραν να φέρουν μια δύσκολη δουλειά σε πέρας. Η κούραση είναι αφάνταστη, μα η ψυχή ξαλαφρωμένη και χαρούμενη. Μεταφέρω εδώ τη λιτή περιγραφή του Τάκη Μπάιτση.

     

    «Το βράδυ μετά τον τελευταίο χορό στα Καμμένα είναι η ώρα του χωρισμού. Εδώ αφού κάνουν ένα κύκλο όλοι οι Γιανίτσαροι και οι Μπούλες και βάλουν τον οργανοπαίκτη στη μέση θα τον χτυπήσουν συμβολικά με την πλατιά πλευρά της πάλας στο κεφάλι και σηκώνοντάς τον θα φωνάξουν «Πάντ’άξιος Μήτρο…ή Βαγγέλη…(το όνομα του ζουρνατζή) και του χρόνου». Στη συνέχεια, όπως είναι στον ίδιο κύκλο, θα χτυπήσουν όλοι τις πάλες στη γη με τις μύτες λέγοντας «ότι είπαμε και δεν είπαμε εδώ να μείνει». Έτσι συγχωρούνται για τυχών μικροπαρεξηγήσεις που δημιουργήθηκαν μεταξύ τους αυτές τις μέρες. Στη συνέχεια αφού πάρουν και πάλι χέρι από τον πιο μεγάλο μέχρι τον πιο μικρό και όσους από τους πολίτες παραβρίσκονται φεύγουν για τα σπίτια τους».

     

    Κυριακή της Ορθοδοξίας

     

    Μια εβδομάδα μετά, την Κυριακή της Ορθοδοξίας, ένας μικρός αριθμός από Γιανίτσαρους και μια Μπούλα χωρίς «προσωπάδες» θα πάνε στο Σπήλιο, τοποθεσία όπου βρίσκεται το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Θόδωρου. Εκεί θα χορευτούν πάλι οι ίδιοι χοροί από το γνωστό ρεπερτόριο του θιάσου και θα γίνει μεγάλο γλέντι. Αυτή η τελευταία εμφάνιση των μεταμφιεσμένων είχε σχεδόν ξεχαστεί, αφού είχε να πραγματοποιηθεί πάρα πολλά χρόνια. Τώρα όμως αναβιώνει και είναι η τελευταία ευκαιρία για να χαρεί κανείς τους θαυμαστούς χορούς της Νάουσας εκτελεσμένους από εξαίρετους μερακλήδες χορευτές.

     

    Οι διαφορές στην τέλεση αυτού του εθίμου σε σχέση με το παρελθόν από απόψεως εθιμοτυπικής ίσως δεν είναι πολύ μεγάλες. Αυτό όμως που το διαφοροποιεί είναι το γεγονός πως τελεστές τώρα είναι μόνο σύλλογοι και όχι παρέες, όπως στο παρελθόν. Ομολογείται από παλαιούς Ναουσαίους ότι υπήρξαν χρονιές που εμφανίστηκαν μέχρι και έντεκα μπουλούκια, πράγμα που σημαίνει καθολική συμμετοχή και αποδοχή των πρωτοβουλιών των ανθρώπων που είχαν το κουράγιο, τον αυθορμητισμό και τις δυνατότητες να συμμετάσχουν στο δύσκολο και επίπονο αυτό έθιμο. Όπως και να έχει όμως το πράγμα, οι Μπούλες είναι ένα λαμπερό χορευτικό δρώμενο που μακάρι ν’ αντέξει στο χρόνο με όσο γίνεται λιγότερες φθορές και αλλοιώσεις, για να το χαρούν και άλλες γενιές εκτός από τη δική μας.

     

    Ιανουάριος 1999

    Γιανίτσαροι και Μπούλες

    Γιανίτσαροι και Μπούλες

     

    ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ
    Γιανίτσαροι και Μπούλες στη Νάουσα




    Έθιμα που έμειναν αναλλοίωτα στο πέρασμα των χρόνων και είναι άρρηκτα δεμένα με την παράδοση της Νάουσας αναβιώνουν κάθε χρόνο τις ημέρες του καρναβαλιού
    Ξημερώματα της προτελευταίας Κυριακής της Αποκριάς στη Νάουσα. Οι δρόμοι της πόλης είναι άδειοι και το μόνο που διαταράσσει τη σιωπή είναι ο μελαγχολικός ήχος του ζουρνά. Οι Γιανίτσαροι έχουν μόλις ντυθεί και ετοιμάζονται να ακολουθήσουν το μπουλούκι και τις Μπούλες στο μακρύ ταξίδι τους.
    Οι Ναουσαίοι, που ντύνονται Γιανίτσαροι είναι αυτές τις
    ημέρες τα τιμώμενα πρόσωπα. Για το ντύσιμό τους, μάλιστα, ακολουθείται ολόκληρη ιεροτελεστία, την οποία παρακολουθούν μόνο στενοί συγγενείς και φίλοι.
    Ο Γιανίτσαρος, με την καθοδήγηση ενός παλιού Γιανίτσαρου, φοράει μεταξύ άλλων φουστανέλα και τσαρούχια, ενώ η φορεσιά του στολίζεται με πολλές σειρές από βαριά και λεπτοδουλεμένα ασημένια νομίσματα.
    Η μεταμφίεση του λεβέντη Ναουσαίου σε Γιανίτσαρο ολοκληρώνεται με τον "πρόσωπο", μια μάσκα από πανί κερωμένο στην εσωτερική πλευρά και στοκαρισμένο στην εξωτερική. Στον "πρόσωπο" ζωγραφίζεται ένα τσιγκελωτό μουστάκι, ενώ επίσης υπάρχουν μικρές σχισμές για τα μάτια και το στόμα. Το δέσιμο του προσώπου γύρω από το κεφάλι απαιτεί ιδιαίτερη τέχνη και για το λόγο αυτό, ανατίθεται σε ειδικευμένους Ναουσαίους τεχνίτες.
    Ο Γιανίτσαρος είναι πλέον έτοιμος. Από μακριά ακούγεται ο ήχος του ζουρνά, που παίζει το "μάσιμο". Μόλις οι οργανοπαίχτες φθάσουν στο σπίτι, ο Γιανίτσαρος τινάζεται στο παράθυρο και, αφού πιάσει από το χέρι όλους τους παρευρισκόμενους, αναπηδά τρεις φορές στα δυο του πόδια. Στην εξώπορτα κάνει τρεις φορές το σταυρό του, κατεβαίνει βιαστικά τις σκάλες και ενώνεται με το "μπουλούκι", που καθοδηγείται από μία ή δύο Μπούλες.
    Οι "Μπούλες"
    Το ρόλο της Μπούλας υποδύεται πάντα άνδρας ντυμένος με φαρδιά γυναικεία ρούχα. Η Μπούλα οφείλει να φιλήσει το χέρι των σπιτικών και των μελών του μπουλουκιού. Όλοι της δίνουν χρήματα, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν για την ενίσχυση του αγώνα κατά των Τούρκων.
    Στη συνέχεια το μπουλούκι ξεκινάει για το κονάκι του Μουντίρη (Δημαρχείο), όπου βρίσκονται συγκεντρωμένοι Ναουσαίοι και επισκέπτες. Οι οργανοπαίχτες παίζουν το προσκύνημα. Οι Γιανίτσαροι, όμως, δεν προσκυνούν σα ραγιάδες, αλλά τινάζονται αγέρωχα, ενώ αντίθετα οι Μπούλες κάνουν τεμενάδες.
    Ο αρχηγός των Γιανίτσαρων ανεβαίνει στο κονάκι και βγάζει τον "πρόσωπο", ώστε να πειστεί ο Μουντίρης ότι το μπουλούκι δεν απαρτίζεται από αντάρτες. Την ίδια ώρα, ορισμένοι ευυπόληπτοι πολίτες επιβεβαιώνουν ότι πράγματι όλοι οι άνδρες είναι φιλήσυχοι Ναουσαίοι. Στην πραγματικότητα, όμως, στο μπουλούκι κρύβονται πολλοί επαναστάτες, που κατέβηκαν από τις κορφές του Βερμίου για να στρατολογήσουν νέους αντάρτες.

    Ο Μουντίρης, πεπεισμένος για τις καλές προθέσεις του μπουλουκιού, δίνει την άδειά του για τη συνέχιση της γιορτής και αμέσως ο ζουρνάς αλλάζει σκοπό και παίζει θριαμβευτικά την πρώτη πατινάδα: "Κάτω στη Ρόιδο τη Ροϊδοπούλα, Τούρκος αγάπησε μια Ρωμιοπούλα". Ακολουθούν ο "Θούριος" του Ρήγα και η "Παπαδιά", ενώ το γλέντι ολοκληρώνεται με τη "Μακρινίτσα".
    Την επόμενη Κυριακή επαναλαμβάνεται ακριβώς το ίδιο πρόγραμμα. Το βράδυ, όμως, μόλις οι πρωταγωνιστές του δρώμενου επιστρέψουν στα σπίτια τους, δε λείπει η "χάσκα".
    Ο αρχηγός της οικογένειας δένει στην άκρη ενός σπάγκου ένα κομμάτι σκληρό χαλβά και καθένα από τα μέλη της οικογένειας προσπαθεί να το πιάσει με το στόμα. Όποιος κατορθώσει να πιάσει το χαλβά, αυτός και το δικαιούται.
    Το πρωί της Καθαράς Δευτέρας το μπουλούκι συγκεντρώνεται εκ νέου και οι Γιανίτσαροι, χωρίς μάσκες πλέον και με πλήθος κόσμου να τους ακολουθεί, χορεύουν ξέφρενα. Αργά το βράδυ έρχεται πλέον η ώρα του "χωρισμού". Οι Γιανίτσαροι και οι Μπούλες, αφού κάνουν έναν κύκλο με τον οργανοπαίχτη στη μέση, θα το χτυπήσουν συμβολικά με την πάλα στο κεφάλι και σηκώνοντάς τον θα φωνάξουν: "Ό,τι είπαμε και δεν είπαμε εδώ να μείνει". Και θα ανανεώσουν, έτσι, το ραντεβού τους για τον επόμενο χρόνο.

    Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΥ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΗΣ


    Εις την Νίκαιαν την περίφημον πόλιν δια τας διασκεδάσεις των απόκρεων, λέγουν ότι εφέτος εορτάσθη η πεντηκονταετηρίς του Καρναβάλου. Εάν έχει έτσι το πράγμα, το ιδικό μας Καρναβάλι είναι κατά πολύ αρχαιότερον. Χρονολογείται πολύ προ της μαγάλης ελληνικής επαναστάσεως του 1821. Επί Αλή πασιά του Τεπελενλή εις τα Ιωάννινα ο Γενίτσαρος έπαιρνε και έδιδε με την ιδιάζουσαν εκείνην στολήν του, η οποία ήτο ποτούρια τσόχινα μέχρι των ποδών, κεντημένων με χρυσογάϊτάνια, παρέκει. Ι …. την κεφαλήν από ζωνάρι μεταξωτό, πισλιά επίσης τσόχινα χρυσοκεντημένα και το απαραίτητο γιαταγάνι εις τα αριστερά. Τον γενίτσαρον τούτον ούτω πως ενδεδυμένον μετέφεραν εδώ έμποροι Ναουσαίοι επικοινωνούντες με τα Ιωάννινα, όπου μεταβαίνοντες επώλουν λάδι, σιαγάκια, και τα περίφημα της Ναούσης όπλα με τσιάρκι Κωστιούλη και λαμνί Πλήκα. Κατόπιν δε ο λογοθέτης και Άρχων της Ναούσης Ζαφειράκης, εις τα μάτια του οποίου πολύ άσχημα κτυπούσαν τα τουρκικά πουτούρια, αντικατέστησε ταύτα δια της φουστανέλλας σύμφωνα με το πνεύμα της τότε εποχής και το αρματωλικό και κλέπτικο φρόνημα. Άλλ’ η φουστανέλλα αύτη δεν έπρεπε να είναι μακρά, ως εκείνη, την οποίαν εφόρουν εις την Πελοπόννησον και την στερεάν Ελλάδα δηλ.15=20 εκατοστά κάτω του γόνατος, αλλά κοντά αρματωλική 4=5 δακτύλους άνω του γόνατος, σημείον της νύ….τείας του φέροντος αυτήν, εξαρτήματα της φουστανέλλας ήσαν οι κάτασπρες χολέβες δεμένες κάτωθεν του γόνατος με βοδέτες μεταξωτές φουντωτές, η φέρμιλη εμπρός, τα πισλιά οπίσω, αι δύο παλάσκαι η μία εμπρός η άλλη οπίσω, τα τοκάδια σταυροειδώς οπίσω και τα κιουστέκια εμπρός εις το στήθος φέροντας εικόνας αγίων και προ πάντων του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Δημητρίου πολιούχων της Ναούσης. Εις την κεφαλήν το μεταξωτό ζωνάρι από την Τρίπολιν της Αφρικής τα λεγόμενα ταραμπουλούζ, τσαρούχια δε λιάπικα μοσχοβολούντα από δέρμα τελετίνι, τα οποία μόνον εις τα Ιωάννινα κατασκευάζοντο.Προσωπίς δε πανομοιότυπος αυτή η σημερινή χρώματος ερυθρολεύκου παριστώντος τον σφριγηλόν νεανίαν, με μάτια μικρά, στόμα μικρόν αλλά μύστακα μακρόν αρειμανίως προς τα άνω στραμμένον εις ένδειξιν του ελευθέρου φρονήματος. Δια την κατασκευήν της προσωπίδος ταύτης ο Ναουσαίος Μπλατσιώτης αρκετόν χρόνον εμαθήτευσεν εις τεχνίτην Ιωαννίτην. Από τους οιούς δε αυτού εδιδάχθη την τέχνην ο μοναδικός εις το είδος αυτό Αριστείδης Μπλατσιώτης. Και τέλος η πάλα, η οποία έπαιζε και τον σπουδαιότερον ρόλον. Διότι οι Τούρκοι την πολυτελή αυτήν αμφίεσιν του Γενιτσάρου έχουσαν πολλήν την ομοιότητα με την Αλβανικήν τουρκικήν ενδυμασίαν την ηνείχοντο, την πάλαν όμως όχι. Ο φανατικός και περήφανος Τούρκος βαρέως έφερε βλέπων τον ραγιάν να επισείη ενώπιόν του την πάλα και να την ρίπτη 8 και 10 μέτρα υψηλά και πηδώντας να την πιάνη. Όταν το 1897 κηρυχθέντος του πολέμου μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας το κανόνι βροντούσεν εις τα σύνορα, ο Καϊμακάμης Βερροίας με επιτελείον αξιωματικών ήλθεν εδώ δια να απαγορεύσουν την πάλαν. Αλλά δεν το κατόρθωσαν, η πάλα ήστραψεν και οι Τούρκοι έδωκαν μπαχτσίσι. Όπου βαθέως ερριζωμένη ήτο το παλαιόν ετούτο έθιμον, το οποίον οι κατά καιρούς άρχοντες της πόλεως εκθύμως υπεστήριξαν. Σύντροφος του Γενιτσάρου συνοδεύουσα αυτόν ήτο η νύφη, η λεγομένη μπούλα δια την ύπαρξιν της οποίας δύο εκδοχαί υπάρχουσιν. Κατά τους μεν ως εκδήλωσις της αρ….τικής διαθέσεως του Γενιτσάρου, κατά τους δε ως επινόησις προς αργυρολογίαν. Η νύφη στολισμένη ως αληθινή νύμφη, με φουστάνι πολυτελές και με κουλάνι (ζώνην) ασημένιο ζωσμένη και την κεφαλήν με τεχνητά λουλούδια εστεμένην, έπρεπε να είναι λυγερή και να χορεύη ωραία δια να σαγηνεύη τον θεατήν και να του πάρη την δεκάραν. Και ήτο ανάγκη να γίνη τούτο, διότι ο καρνάβαλος είχε πολλά έξοδα. Χρήματα εχρειάζοντο δια την προμήθειαν των ασημικών, δια την άδειαν των Αρχών (των τουρκικών), δια την πληρωμήν των νταουλίων, την διατροφήν του νταουλτζή και ζουρνατζή, οι οποίοι όλοι σχεδόν ήσαν ξένοι και ερχόμενοι εκ Βερροίας και των περιχώρων, οι οποίοι ως ανταλλάξιμοι απήλθον. Τοιουτοτρόπως λοιπόν ενδεδυμένοι και έ…ασμένος ο γενίτσαρος και η νύφη και ….ελούντες ομάδας (μπουλιούκια) από 6-8 άτομα έπρεπε κατά παλαιόν έθιμον καθιερωθέν υπό των αρχόντων της Ναούσης προ του 1821, οπότε ουδείς τούρκος υπήρχεν εν αυτή να επισκεφθούν το Διοικητήριον, όπου κατά πρώτον εχόρευον τον συγκαθιστόν, χορόν, καθ’ όν το άρρεν κυνηγά το θήλυ, το οποίον με ευστρόφους ελιγμούς πάντοτε ξεφεύγα. Αλλά και μετά την καταστροφήν της Ναούσης το 1822 και τον νέον συνοικισμόν της πόλεως διετηρήθη αυστηρώς το έθιμον τούτο, του να επισκέπτονται δηλ. η μπούλες πρώτον το Διοικητήριον, όπου αι τουρκικαί αρχαί ανέμεναν αυτάς και τας εφιλοδώρουν. Εκείθεν χορεύοντες το μπουλούκι χαβαα ή περιήρχοντο τας κεντρικωτέρας οδούς της πόλεως σταματώντες εις τας πλατείας και τέλος όλα τα μπουλούκια, ανερχόμενα εις 6=8 και ενίοτε εις δέκα έπρεπε να καταληξουν εις την πλατείαν «Καμμένα» όπου εδημιουργείτο ένα αληθές πανδαιμόνιον. Την δε επιούσαν, ήτοι την καθαράν δευτέραν ετελούντο και ιππικοί αγώνες, αφετηρίαν μεν έχοντες τον κήπον του κ. Πετρίδου, τέρμα δε τον μοναχόν πλάτανον. Αυτά είναι αγαπητή μου αναγνώστρια και αγαπητέ μου αναγνώστα, η ιστορία και η εξέλιξις του Καρναβάλου μας. Ως βλέπετε, ο Γενίτσαρος διετηρήθη σχεδόν ο αυτός απέριψεν μόνον τας δύο παλάσκας, αι οποίαι τον εμπόδιζον εις τον χορόν. Η νύφη όμως έλειψε και μαζί με αυτήν έλειψε και ο μοναδικός πόρος του Καρναβάλου. Και δια τούτο από τα συνήθως έξι-οχτώ μπουλιούκια περιωρίσθησαν εις έν και μόνον. Ιδού ένα ζήτημα, το οποίον πρέπει να εμβάλη εις σκέψεις όλους τους θιασώτας των Πατρίων, οι οποίοι θέλουν να διατηρηθή το ωραίον αυτό έθιμον, το οποίον αριθμεί βίον 150 περίπου ετών. Και επειδή οι λόγοι είναι μόνον χρηματικόν δια τούτο ενδείκνυται η σύστασις ενός «Κομιτάτου των Απόκρεων» το οποίον εν συνεργασία μετά του Δημοτικού Συμβουλίου να έρχεται αρωγόν εις τον Καρνάβαλον, μαζί με τον οποίον όλοι μας μικροί και μεγάλοι διασκεδάζομεν και δια την οποίαν διασκέδασίν μας οι ξένοι μας καλοτυχίζουν και μας θαυμάζουν. «Απορώ και εξίσταμαι, μας έλεγεν ένας ξένος, με το μοναδικό αυτό θέαμα. Όλοι χορεύετε, τα παιδιά χορεύουν, οι νέοι χορεύουν, οι άνδρες χορεύουν. Σατυρίζονται πρόσωπα, διακωμωδούνται έθιμα, παρατηρείται αληθής πανζουρλισμός και όμως μια μύτη δεν ματώνει, ένας μικροκαυγάς δεν γίνεται, ένα απλούν επεισόδιον δεν λαμβάνει χώραν μεταξύ 10 χιλιάδων χορευτών, οι οποίοι πίνουν και γλεντούν».

    Απόκριες με την... Μπούλα
    Κ. ΣΤ. ΤΣΙΠΗΡΑΣ


    Σε τρεις μόνο πόλεις της Ελλάδας μπορεί να έχει ο επισκέπτης την αίσθηση ότι βρίσκεται σε ένα είδος μπαλκονιού που αγναντεύει τον κάμπο και την ίδια στιγμή να αισθάνεται ότι η «πλάτη» αυτού του μπαλκονιού ακουμπάει στις υπώρειες των κλιτύων ενός μεγάλου βουνού που φράζει μονόμπαντα τον ορίζοντα. Και οι τρεις βρίσκονται περίπου στον ίδιο γεωγραφικό χώρο και δεν είναι άλλες από την Εδεσσα, τη Νάουσα και τη Βέροια.
    Στα πόδια τους ο κάμπος της Κεντρικής Μακεδονίας, αλλά δεν χτίστηκαν σ' αυτόν, γιατί κάποτε ήταν ένα έλος ατέλειωτο, ένας βάλτος, σαν κι αυτόν που περιέγραψε στα «Μυστικά» της η Πηνελόπη Δέλτα. Πίσω, βουνά θεόρατα το Βέρμιο και ο Βόρας, με τις κλιματολογικές συνθήκες τους να μην επιτρέπουν τη μόνιμη κατοίκηση.
    Στα δύο άκρα της μακεδονικής αυτής οικιστικής τριλογίας η Βέροια και η Εδεσσα. Στο κέντρο, περίπου, η Νάουσα, μια πόλη κι αυτή «μπαλκόνι που ακουμπά στο βουνό», μοναδική όμως σε όλη την Ελλάδα, όχι μόνο για τη θέα που προσφέρει αλλά για τη φυσιογνωμία και τον πολιτισμό της.
    Ενα μέρος τους αποκαλύπτεται απλόχερα στον επισκέπτη μέσα από τους καταρράκτες της Αραπίτσας και τα παλιά αρχοντικά της γύρω περιοχής, μέσα από την τοπική κουζίνα, με το περίφημο τυρί, τον μπάτζιο, και τα ονομαστά κόκκινα κρασιά.
    Ενα άλλο παραμένει κλειστό (όχι πεισματικά πάντως!) και απαιτεί γνώσεις για να προσεγγισθεί. Γνώσεις που μόνο μέσα από τη γνωριμία με ανθρώπους της ποιότητας του συγγραφέα και φυσιολάτρη Τάκη Μπάιτση, μια φυσιογνωμία της Νιάουστας (και όχι Νάουσας!), μπορεί κανείς να αποκτήσει. Τότε, ακόμη και η αποκριάτικη εκδήλωση «Μπούλες και Γενίτσαροι» αποκτά άλλο περιεχόμενο. Αφήνουμε τον Τ. Μπάιτση να μας μιλήσει γι' αυτά:
    Η Αποκριά στη Νάουσα χαρακτηρίζεται από τρία βασικά στοιχεία: τον αυθορμητισμό των κατοίκων της, που με τον ενθουσιασμό και τη διάθεση φιλοξενίας που τους διακρίνει δεν χρειάζονται ιδιαίτερη ετοιμασία για τα γλέντια τους· τα σατιρικά καρναβάλια, που με αναπαραστάσεις εθίμων, κοινωνικών, πολιτικών, επιστημονικών και άλλων θεμάτων, είναι κάτι ανεπανάληπτο· και το σπουδαιότερο και βασικότερο στοιχείο: το έθιμο του Γιαννίτσαρου και της Μπούλας, ένα δρώμενο που χάνεται στα βάθη των χιλιετιών, παιδί του Διόνυσου κι αυτό, και φτάνει ως τις μέρες μας ατόφιο, αναλλοίωτο όπως το άφησαν οι προηγούμενες γενιές.
    Ο Γιαννίτσαρος, ο περήφανος αυτός φουστανελοφόρος με τα πολλά ασημικά στο στήθος και στη φουστανέλα, τη μακριά πάλα (σπαθί) και το κέρινο «πρόσωπο» που καλύπτει το κεφάλι, είναι ο πρωταγωνιστής. Κύρια φιγούρα στο έθιμο η Μπούλα. Ανδρας μεταμφιεσμένος σε γυναίκα, με φαρδιά φουστάνια και «πρόσωπο», συγκεντρώνει το ενδιαφέρον του μπουλουκιού. Αναπόσπαστο κομμάτι του δρώμενου τα μικρά παιδιά που μιμούνται τους μεγάλους σε όλες τις κινήσεις. Απαραίτητη στο τέλος της πομπής η μουσική. Ζουρνάς και νταούλι, τα μοναδικά όργανα που καλύπτουν όλη την ιεροτελεστία από το πρωί ως αργά το βράδυ χωρίς σταματημό.
    Το μπουλούκι θα το ανταμώσουμε την Κυριακή της Αποκριάς γύρω στις 12 το μεσημέρι στο Δημαρχείο. Εδώ θα 'ρθει για το «προσκύνημα» και θα πάρει την άδεια να γυρίζει στους δρόμους της πόλης, από τον πρώτο άρχοντα του τόπου, τον δήμαρχο. Οι ντόπιοι θα δακρύζουν και οι ξένοι θα γίνονται ένα με αυτούς όταν ο ζουρνάς θα παίζει το «Ως πότε παλικάρια», τον αθάνατο θούριο του Ρήγα. Θα στηθεί κύκλος μεγάλος και οι λεβέντες νέοι θα χορέψουν πολλούς παραδοσιακούς χορούς ­ Παπαδιά, Νταβέλη, Τσιάμικο και τόσους άλλους. Η Μπούλα με μεγάλο σεβασμό θα σύρει τη Μακρυνίτσα, χορό με τον οποίο οι γυναίκες και τα παιδιά τους προτίμησαν τα αφρισμένα νερά της Αράπιτσας από τα χέρια των Τούρκων τον μαύρο Απρίλιο του 1822.
    Θα γυρίσουν με τις πάλες, πατινάδα, όλες τις παλιές γειτονιές στήνοντας χορό σε κάθε Τριώδι (μικρή ή μεγάλη πλατεία). Στ' Αλώνια το βράδυ θα βγάλουν τους προσωπάδες, θα γίνουν ένα με τον κόσμο που ακολουθεί και θα χορέψουν αντάμα παλιοί και νέοι χορευτές.
    Με κάθε χειραψία ο Γιαννίτσαρος πηδά δυο-τρεις φορές λέγοντας «χρόνια πολλά», ενώ η Μπούλα σφίγγει τα χέρια όλων που της δωρίζουν χρήματα (έθιμο του τόπου κι αυτό).
    Οι Γιαννίτσαροι και οι Μπούλες θα βγουν στους δρόμους την Κυριακή της Αποκριάς και τη Δευτέρα, την επόμενη Κυριακή και την Καθαρά Δευτέρα, καθώς επίσης και την Κυριακή της Ορθοδοξίας στις περιοχές του Σπήλιου και του Παπαράντου.
    Πέρα από το έθιμο, τις Απόκριες οι επισκέπτες της πόλης θα έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν έναν όγκο χορευτικό παραδοσιακών συγκροτημάτων. Περνώντας από τις γειτονιές της θα δώσουν το παρών στην κεντρική πλατεία την ώρα της προγραμματισμένης παρέλασης το Λύκειο Ελληνίδων της Νάουσας, ο «Πυρσός», οι «Βλάχοι», η «Εύξεινος Λέσχη» και τόσα άλλα πλαισιωμένα από λαμπρούς νέους της Νάουσας.
    Συγχρόνως τα σατιρικά καρναβάλια περιφέρονται στους δρόμους για να καταλήξουν και αυτά στην πλατεία, όπου προσπαθούν να αποδώσουν στους θεατές το θέμα που από μήνες ετοίμαζαν.
    Πώς να πάτε: Εθνική οδός Αθηνών - Θεσσαλονίκης και λίγα μόλις δεκάδες χιλιόμετρα μετά την Κατερίνη στρίβουμε αριστερά και κατευθυνόμαστε προς τη Βέροια. Από εκεί η Νάουσα απέχει μόλις 19 χλμ.
    Πού να μείνετε: Το καλύτερο ξενοδοχείο βρίσκεται στον Αγιο Νικόλαο, 3 χλμ. βόρεια της πόλης (τηλ. 0332 29311), στο οποίο για να βρείτε δωμάτιο πρέπει να κλείσετε εβδομάδες πριν!
    Μην ξεχάσετε να επισκεφθείτε: Το χιονοδρομικό κέντρο των Τριών-Πέντε Πηγαδιών. Το περίφημο Κιόσκι, το πάρκο της πόλης, ένα πραγματικό μπαλκόνι στον κάμπο της Ημαθίας. Δύο χιλιόμετρα από την πόλη, τη σχολή του Αριστοτέλη και στη συνέχεια τους αρχαίους και μοναδικής λαμπρότητας μακεδονικούς τάφους των Λευκαδίων.
    Το ΒΗΜΑ, 06/02/2000 .

     

    ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΙ ΚΑΙ ΜΠΟΥΛΕΣ

    Στην πόλη της Νάουσας τις ημέρες της αποκριάς έχουμε το δρώμενο των Γενιτσάρων και της Μπούλας. Ένα έθιμο που οι ρίζες του χάνονται στο βάθος των αιώνων και της Ιστορίας.
    Το παρακάτω άρθρο του κ Πέτρου Δεινόπουλου, δημοσιεύτηκε στο Ναουσαίϊκο περιοδικό «Νιάουστα» στο 6ο τεύχος Ιαν
    Φεβ. Μαρτ. 1979 σελ. 162,163,164. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το έθιμο στο βιβλίο του κ. Τάκη Μπαΐτση «Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νιάουστας» έκδοση του Ομίλου «Γενίτσαροι και Μπούλες» Θεσσαλονίκη 2001, και στο περιοδικό «Νιάουστα» τεύχη 70 & 71 Ιαν.-Ιουν 1995.


    ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΙ ΚΑΙ ΜΠΟΥΛΕΣ ΣΤΗ ΝΑΟΥΣΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΛΕΧΑΙΝΑ
    (Κοινές ρίζες στην αρχαιότητα και στην τουρκοκρατία)


    Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 αναβίωνε το Ναουσαίϊκο Καρναβάλι μετά από 15ετή διακοπή, λόγο του πολέμου και των γεγονότων που ακολούθησαν. Τότε (1955) ιδρύθηκε και ο Τουριστικός Όμιλος που ανέλαβε τη διοργάνωση των αποκριάτικων εκδηλώσεων. Άρχισαν να έρχονται χιλιάδες επισκέπτες στη Νάουσα, οι οποίοι, ήταν φυσικά, να εντυπωσιαστούν από τους Γενίτσαρους και τις Μπούλες και να ζητούν πληροφορίες για την «καταγωγή» τους.
    Βοηθούντος και του πατριωτικού κλίματος της εποχής, συνδέσαμε τα δρώμενα, με εθνικά γεγονότα, με την επανάσταση της Νάουσας, τον Μακεδονικό Αγώνα κ..τ.λ. Άλλωστε σ' όλην την Ελλάδα αυτό γίνεται. Όλα τα συνδέουμε με εθνικούς αγώνες, γιατί ακόμα κι αν δεν, προήλθαν από αυτούς, πάλι σε κάποιο στάδιο συνυπήρξαν και άσκησαν επίδραση. Την «εξήγηση» αυτή, πρόβαλε αργότερα (1988) και ο Τάκης Μπάϊτσης, προχωρώντας μάλιστα και στον χρονικό προσδιορισμό της «γέννησης» του εθίμου.
    Στο Βιβλίο του «Γιανίτσαροι και Μπούλες της Νιάουστας», (σελ. 28). αφού αναφέρει την περίπτωση του παιδομαζώματος στη Νάουσα, την εξέγερση του Καραδήμου και των παλικαριών του και την εξόντωση τους από τους Τούρκους, συμπληρώνει, χωρίς ν' αναφέρει την πηγή στην οποία στηρίζει την περίεργη εκδοχή του: «Αντί μνημοσύνου τον επόμενο χρόνο 1706 οι νέοι της Νάουσας, ντύνονται την αρματολική τους στολή και φορώντας το πρόσωπο ήταν και τότε μέρες αποκριάς (...), μέρες ξεφαντώματος από την αρχαιότητα για να μην τους αναγνωρίσουν οι Τούρκοι (...), γύριζαν στην πόλη αναπαριστώντας το παιδομάζωμα.....»
    Ο Καθηγητής Θωμάς Γαβριηλίδης με δυο άρθρα του στη «Νιάουστα»» (τεύχη 70 κα 71, «Γιανύτσαρος και Μπούλα»), διατυπώνει άλλη θεωρία, καταφεύγοντας στην «ιστορία των ονομάτων». Γράφει Γιανύτσαρος με «ύψιλον» για να υποστηρίξει ότι προέρχεται κατευθείαν από τον Διόνυσο (Διόνυσος – Γιάνουσος – Γιανύτσαρος), ενώ για τις Μπούλες πιθανολογεί την προέλευση τους από τις αρχαίες Βαβύλες, που οι Ρωμαίοι πρόφεραν «Μπαμπούλες» και εμείς τις κάναμε «Μπούλες».
    Μπούλες και Γενίτσαρους όμως δεν έχουμε μόνο στη Νάουσα. Ανάλογο δρώμενο υπάρχει και στην Ηλεία, όπως το πριν από μερικά στη «Φωνή της Ναούσης», χωρίς να παραθέσουμε αποδεικτικά στοιχεία γι’ αυτό ίσως και δεν δόθηκε η δέουσα προσοχή. Αναγκαστήκαμε λοιπόν, ν' αναζητήσουμε περισσότερες πληροφορίες, από τον Δήμο Λεχαινών, κοινότητες της Ηλείας και εφημερίδες της περιοχής.
    Την προσπάθεια μας βοήθησαν με ενθουσιασμό ο Δήμαρχος Λεχαινών κ Δημ. Χατζηγιάννης και ο φίλος του εθίμου και εκδότης της τοπικής εφημερίδας «Μυρσίνη» κ Διον. Μπώκος, ο οποίος μας έστειλε πλούσιο υλικό για το έθιμο που δεν υπάρχει μόνο στα Λεχαινά, αλλά διατηρείται και στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη Μυρσίνη καθώς και σε άλλες Κοινότητες της Ηλείας . τους ευχαριστούμε θερμά και ευχόμαστε να πραγματοποιηθεί η κοινή μας επιθυμία για μια στενότερη επαφή και αλληλογνωριμία.
    Σύμφωνα με τα στοιχεία που μας δόθηκαν, το «μπουλούκι» στα Λεχαινά λέγεται «Γκοτσαριά» και το αποτελούν εννέα άνδρες : Ένας Αρχιγενιτσάρης, με έξι Γενιτσαραίους και δυο Μπούλες. Στο «Γενιτσαρίστικο» χορό συνοδεύουν ζουρνάς και νταούλι. Ένας άλλος χορός τους λέγεται «πηδητός» (μήπως ο δικός μας «νιζάμικος»;). Όταν φθάνουν μπροστά στους Επίσημους, τους χαιρετούν με μια «φούρλα» αντί για τα πηδήματα των δικών μας.
    Η Μπούλα
    Ο «Γενίτσαρος» της Νάουσας και ο «Γενίτσάρης των Λεχαινών μας παραπέμπουν στην περίοδο της τουρκοκρατίας
    Το ίδιο και η Μπούλα. Τη λέξη «μπούλα», βρήκαμε στα λεξικά τριών τουλάχιστο Βαλκανικών γλωσσών, σερβικά, βουλγαρικά και. αλβανικά, με τη σημασία της χανούμισσας, της τουρκάλας. Με την ίδια σημασία, αναφέρεται και στα γλωσσικά ιδιώματα των βορειοανατολικών νησιών του Αιγαίου, στη Λήμνο(1), την Ίμβρο, Τένεδο κ.τ.λ.
    Η λέξη δεν υπάρχει σε τουρκικά λεξικά, προφανώς, διότι τη χρησιμοποιούσαν μάλλον κοροϊδευτικά οι ραγιάδες όπως φαίνεται και από τον συνηθισμένο στη Νάουσα χαρακτηρισμό «χούτα μπούλα», κουτή γυναίκα, που λέγεται και για γυναίκα η οποία είναι ντυμένη με χτυπητά παρδαλά φουστάνια σαν «μπούλα». Και στην νήσο Ίμβρο την ίδια έννοια έχει ο χαρακτηρισμός.(2)
    Όλα αυτά καθώς και η στολή της Μπούλας, με το παρδαλό φουστάνι, με το στεφάνι και τις πολύχρωμες κορδέλες, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Ναουσαίοι με τη γελοιογραφική αυτή καρικατούρα, ήθελαν να σατιρίσουν τις τουρκάλες και να βγάλουν το άχτι τους. Αυτό το συμπέρασμα ενισχύεται και από το γεγονός ότι οι «Μπούλες» έπαυσαν να συμμετέχουν στο μπουλούκι των «Γενιτσάρων» από τα μέσα της δεκαετίας του 1920, μετά δηλαδή την ανταλλαγή των πληθυσμών και την αναχώρηση των Τούρκων της Νάουσας,(3) οπότε δεν υπήρχε ο στόχος της σάτιρας. Οι «Μπούλες» όπως είναι γνωστό, ξανάκαναν την εμφάνιση τους, στις απόκριες του 1955.
    Κοινές ρίζες
    Όλα αυτά τα στοιχεία μας οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι το έθιμο του Γενίτσαρου και της Μπούλας στη Νάουσα και τα Λεχαινά, εκτός από τις κοινές αρχαίες ρίζες του, έχει κοινές και νεώτερες επιδράσεις που πρέπει να τις εντοπίσουμε στην περίοδο της τουρκοκρατίας, με πιθανό σύνδεσμο τους Λαλαίους, τους Τουρκαλβανούς κατοίκους του χωριού Λάλα της Ηλείας, που κατά την περίοδο της επανάστασης του ’21 το χωριό Λάλα που ήταν ορμητήριο των πολεμοχαρών τουρκαλβανών, οι οποίοι λυμαίνονταν τα ελληνικά χωριά, καταστράφηκε από τους Έλληνες επαναστάτες και οι κάτοικοι του εγκαταστάθηκαν στην Πάτρα και σε άλλες περιοχές βορειότερα. Στους ιστορικούς εναπόκειται να ερευνήσουν αν στάλθηκαν και στη Νάουσα, μετά την επανάσταση της πόλης για να συνετίσουν τους άπιστους Ναουσαίους
    Οι κοινές αρχαίες ρίζες και τα νεώτερα κοινά στοιχεία, δεν σταματούν βεβαίως την εξέλιξη του εθίμου, που προσαρμόζεται στις εκάστοτε τοπικές συνθήκες. Οι διαφοροποιήσεις παρατηρούνται και στις στολές. Πιο απλές στα Λεχαινά, πιο εντυπωσιακές στη Νάουσα, όπου η στολή του Γενίτσαρου διατήρησε κάποια αρχαία στοιχεία («πρόσωπος», θώρακας κ.τ.λ.) που ενίσχυσαν τα νεώτερα (φουστανέλα, τσαρούχι, πάλα κ.λ.π.). έτσι ο Γενίτσαρος με την αρρενωπή εμφάνιση του δεν ήταν μόνο σύμβολο γονιμότητας, αλλά και πατριωτισμού.
    Επίλογος Πριν κλείσουμε το σημείωμα αυτό, θα θέλαμε να καθησυχάσουμε όσους ενδεχομένως νομίσουν ότι τα όσα εκθέσαμε μειώνουν την αίγλη του εθίμου μας, ότι το «τουρκοποιούν» κ.τ.λ. Αντίθετα μάλιστα. Όλα δείχνουν ότι οι Γενίτσαροι και οι Μπούλες, όπως και όλα τα δρώμενα της αποκριάς, ξεκίνησαν με στόχο να σατιρίσουν τον Τούρκο δυνάστη και με την πάροδο των χρόνων, προσέλαβαν και ηρωϊκά στοιχεία, μπήκαν στην παράδοση του Λαού μας, και από γενιά σε γενιά, έγιναν βίωμα του.
    Αν τα ονόματα καθόριζαν και την εθνικότητα, τότε θα έπρεπε να αμφισβητηθεί η ελληνικότητα όχι μόνο του Γενίτσαρου και της Μπούλας, αλλά και των εκατομμυρίων Ελλήνων που λόγω της μακράς περιόδου της τουρκοκρατίας φέρουν επώνυμα τουρκογενή, με καταλήξεις σε «ογλου» σε «τζης» ή με πρώτο συνθετικό το «Καρά» κ.τ.λ.